Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Σαν σήμερα το 1885 φεύγει από την ζωή ένας μεγάλος φιλέλληνας, ο Βίκτωρ Ουγκώ. (Γεν. 26/2/1802)

Σαν σήμερα το 1885 φεύγει από την ζωή ένας μεγάλος φιλέλληνας, ο Βίκτωρ Ουγκώ. (Γεν. 26/2/1802)

"Το τριαντάφυλλο είπε: -Τάφε σκιερέ, μ’ αυτά τα δάκρυα που ρίχνω στη σκιά, φτιάχνω ένα άρωμα από κεχριμπάρι και μέλι Ο τάφος είπε: Λουλούδι που θρηνείς, για κάθε ψυχή που παίρνω, φτιάχνω έναν άγγελο στον ουρανό»..."



Αύριο την αυγή
Αύριο την αυγή, όταν η εξοχή παίρνει χρώμα λευκό,
Θα ξεκινήσω. Βλέπεις, το ξέρω πως με περιμένεις.
Θα φύγω για το δάσος, θα περάσω στο βουνό.
Άλλο μακριά δεν γίνεται να μένω και να μένεις.


Θα περπατήσω με τα μάτια μου σε σκέψεις καρφωμένα,
Χωρίς ν’ακούω θορύβους, ούτε τίποτα να βλέπω πέρα,
Μόνος και άγνωστος, σκυφτός, με χέρια σταυρωμένα,
Θλιμένος, και σαν νύχτα θά’ναι πια για μένα η μέρα.

Της νύχτας το χρυσάφι θ’αψηφήσω,
Και στα καράβια του Αρφλέρ τα ιστία δεν θα δω,
Μόνο όταν φτάσω, στο δικό σου μνήμα θ’ακουμπήσω
Ένα μπουκέτο από γκι και αγριολούλουδων ανθό.

(μετάφραση Λητώ Σεϊζάνη)
(Γραμμένο το 1847 για την κόρη του που χάθηκε το 1843)

Το Ελληνόπουλο


Το ποίημα «Το Ελληνόπουλο» γράφτηκε από τον Βίκτωρ Ουγκώ το 1828 και αναφέρεται στην καταστροφή της Χίου από τους Οθωμανούς Τούρκους στις 30 Μαρτίου 1822.


Τούρκοι διαβήκαν. Χαλασμός, θάνατος πέρα ως πέρα.
Η Χίο, τα' όμορφο νησί, μαύρη απομένει ξέρα,
με τα κρασιά, με τα δεντρά
τ' αρχοντονήσι, που βουνά και σπίτια και λαγκάδια
και στο χορό τις λυγερές καμιά φορά τα βράδια
καθρέφτιζε μεσ' τα νερά.


Ερμιά παντού. Μα κοίταξε κι απάνου εκεί στο βράχο,
στου κάστρου τα χαλάσματα κάποιο παιδί μονάχο
κάθεται, σκύβει θλιβερά
το κεφαλάκι στήριγμα και σκέπη του απομένει
μόνο μιαν άσπρη αγράμπελη σαν αυτό ξεχασμένη
μεσ' την αφάνταστη φθορά.

Φτωχό παιδί, που κάθεσαι ξυπόλυτο στις ράχες
για να μην κλαις λυπητερά, τ' ήθελες τάχα να 'χες
για να τα ιδώ τα θαλασσά
ματάκια σου ν' αστράψουνε, να ξαστερώσουν πάλι
και να σηκώσεις χαρωπά σαν πρώτα το κεφάλι
με τα μαλλάκια τα χρυσά;


Τι θέλεις άτυχο παιδί, τι θέλεις να σου δώσω
για να τα πλέξης ξέγνοιαστα, για να τα καμαρώσω
ριχτά στους ώμους σου πλατιά
μαλλάκια που του ψαλιδιού δεν τάχει αγγίξει η κόψη
και σκόρπια στη δροσάτη σου τριγύρω γέρνουν όψη
και σαν την κλαίουσα την ιτιά;


Σαν τι μπορούσε να σου διώξει τάχα το μαράζι;
Μήπως το κρίνο απ` το Ιράν, που του ματιού σου μοιάζει;
Μην ο καρπός απ' το δεντρί
που μεσ' στη μουσουλμανική παράδεισο φυτρώνει,
κ' έν' άλογο χρόνια εκατό κι αν πιλαλάει, Δεν σώνει
μεσ' απ' τον ίσκιο του να βγει;


Μη το πουλί που κελαηδάει στο δάσος νύκτα μέρα
και με τη γλύκα του περνάει και ντέφι και φλογέρα;
Τι θες κι απ' όλα τα αγαθά
τούτα; Πες. Τα` άνθος, τον καρπό; Θες το πουλί;
-Διαβάτη,
μου κράζει το Ελληνόπουλο με το γαλάζιο μάτι:
Βόλια, μπαρούτι θέλω. Νά.


Μετάφραση στα ελληνικά: Κωστής Παλαμάς
ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr