Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

Στις 31 Ιουλίου του 1920 δολοφονείται ο Ίων Δραγούμης. «Να ξέρετε πως αν σώσουμε τη Μακεδονία, η Μακεδονία θα μας σώσει… Αν τρέξουμε να σώσουμε τη Μακεδονία, εμείς θα σωθούμε…»

Στις 31 Ιουλίου του 1920 δολοφονείται ο Ίων Δραγούμης. «Να ξέρετε πως αν σώσουμε τη Μακεδονία, η Μακεδονία θα μας σώσει… Αν τρέξουμε να σώσουμε τη Μακεδονία, εμείς θα σωθούμε…»
Ο ρομαντικός εθνικιστής που σκότωσαν οι βενιζελικοί.
Ο Κωστής Παλαμάς από τις στήλες της Καθημερινής του αφιέρωσε τη Νεκρική Ωδή:

Λευκή ας βαλθεί όπου έπεσες, Κολώνα
(Πώς έπεσες, γραφή να μη το λέη)
Λευκή με της Πατρίδας την εικόνα
Μόνο εκείνη ταιριάζει να σε κλαίη,
Βουβή, μαρμαρωμένη να σε κλαίη!


Στις 31 Ιουλίου 1920, την επομένη της απόπειρας δολοφονίας του Ελευθερίου Βενιζέλου στο Παρίσι, ο Ίων Δραγούμης δολοφονήθηκε εν ψυχρώ στη διασταύρωση των οδών Βασιλίσσης Σοφίας και Παπαδιαμαντοπούλου.

Υπήρξε στενός φίλος με τον Παύλο Μελά, ο οποίος ήταν σύζυγος της αδελφής του, με τον οποίο συνεργάστηκε για την οργάνωση των ορθόδοξων κοινοτήτων, εναντίον των βουλγαρικών κομιτάτων και την κινητοποίηση των Ελληνικών Δυνάμεων.


«Εμείς περιμέναμε το τραμ και ένας άνθρωπος περίμενε το θάνατο»


Απ’ τη γωνία της οδού Παπαδιαμαντοπούλου ο Ρώσος ακόλουθος παρακολουθούσε σαστισμένος τη σκηνή: «Είδα τους στρατιώτες να στήνουν τον άνθρωπο με το άσπρο κοστούμι εμπρός σε ένα τοίχο. Ύστερα έκαναν τέσσερα βήματα πίσω. Τότε μόνο κατάλαβα ότι ετοιμάζονταν να τον εκτελέσουν. Εμείς περιμέναμε το τραμ και ένας άνθρωπος, εκατό μέτρα πιο κάτω, περίμενε το θάνατο.
Ο Λεμπέντιεφ δεν ήταν ο μόνος αυτόπτης μάρτυς της δολοφονίας. Άλλωστε γύρω η ζωή της Αθήνας του 1920 συνεχιζόταν κανονικά: «Λίγα δευτερόλεπτα πριν τον στήσουμε στον τοίχο είχε περάσει μια μοτοσυκλέτα» θα θυμόταν αργότερα ένας απ’ τους στρατιώτες. «Ένα δευτερόλεπτο μετά πέρασε ένα τραμ».
Ακριβώς απέναντι απ’ το σημείο που είχε σταθεί το απόσπασμα, ένας εργάτης απ’ την Πρέβεζα, ο Κυριάκος Κούλης, περίμενε ένα κάρο με πέτρες. Κοίταζε, τώρα, αποσβολωμένος τους στρατιώτες να ταχτοποιούν τον μελλοθάνατο στο χώρο της κάθαρσης. Δέκα μέτρα αριστερά του, εμπρός στο εστιατόριο «Ηλύσια», λαγοκοιμόταν ένας κουλουράς. Στην απέναντι γωνιά μια γυναίκα πουλούσε γκαζόζες. Κοίταζε κι αυτή, με ορθάνοιχτα μάτια, τη σκηνή.
Ο λοχίας έσκυψε και είπε κάτι στο αυτί του Δραγούμη. Ίσως να τον ρώτησε: «Έχεις καμιά τελευταία επιθυμία;» Ο Δραγούμης δεν απάντησε. Έβγαλε μόνο απ’ την τσέπη του και φόρεσε το δεύτερο μονόκλ του – πάντα φύλαγε ένα δεύτερο μονόκλ, για την περίπτωση που θάσπαγε το πρώτο.
(…)
«Επί σκοπόν» διάταξε ο λοχίας.
Ο ιδρώτας κυλούσε ζεστός στα μέτωπα όλων, του Δραγούμη, του λοχία, των φαντάρων. Αυτό το απομεσήμερο ήταν σίγουρα το πιο πυρωμένο απομεσήμερο του 1920.
«Πυρ».
Κανένας δεν πυροβόλησε. Λες κι ήταν κι οι οχτώ συνεννοημένοι. Ίσως και νάταν. Αυτά τα οχτώ άγουρα παλληκάρια είχαν έρθει απ’ την Κρήτη για να προστατέψουν τον Βενιζέλο, όχι για να σκοτώνουν ατσαλάκωτους άντρες.
«Ρίχτε, ρε!» φώναξε ο λοχίας.
Κι έριξε πρώτος στον Δραγούμη. Η σφαίρα τον βρήκε στο στήθος – το τράνταγμα έκανε τον Δραγούμη να στριφογυρίσει επί τόπου. Την ίδια ώρα έπεσαν και οι οχτώ σφαίρες του αποσπάσματος, δύο – τρεις τον βρήκαν στο στήθος και οι άλλες πίσω, την ώρα που είχε γυρίσει πια κι έπεφτε κάτω, στο καυτό χώμα του πεζοδρομίου, με την πλάτη γυρισμένη προς το απόσπασμα. «Ευρέθηκαν πέντε έως έξι τραύματα εκ των όπισθεν» θα έγραφε στην έκθεσή του ένας νεαρός ανθυπίατρος που θα εξέταζε πρώτος το κουφάρι του όταν το μετέφεραν στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο.
Όταν ο λοχίας πλησίασε, πάνω απ’ το πεσμένο κορμί, ο Δραγούμης ζούσε ακόμα. Το αριστερό του πόδι, μονάχα, έκανε μερικές σπασμωδικές κινήσεις. Ο λοχίας πυροβόλησε ξανά, αυτή τη φορά στο κεφάλι.
Το αριστερό πόδι έμεινε ακίνητο.

από το βιβλίο του ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΥ «Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ» Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ