Κυριακή, 24 Ιουνίου 2018

Ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο της Κυριακής 24-6-2018 (Γενέσιον του Προδρόμου)

Προς Ρωμαίους (ιγ΄11 – ιδ΄4)

Ἀδελφοί, αὐτὰ νὰ κάνετε, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον γνωρίζετε σὲ τί καιρὸν ζοῦμε: ὅτι εἶναι πλέον ὥρα νὰ ξυπνήσετε ἀπὸ τὸν ὕπνον, διότι τώρα εἶναι πλησιέστερα σ’ ἐμᾶς ἡ σωτηρία παρὰ τότε ποὺ ἐπιστέψαμε.

Ἡ νύχτα ἐπροχώρησε· ἡ ἡμέρα ἐπλησίασε. Ἂς πετάξουμε λοιπὸν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἂς ὁπλισθοῦμε μὲ τὰ ὅπλα τοῦ φωτός. Ἂς εἶναι ἡ συμπεριφορά μας σεμνή, ὅπως ὅταν εἶναι ἡμέρα, ὄχι συμπόσια καὶ μεθύσια, ὄχι ἀκολασίες καὶ ἀσέλγειες, ὄχι ἔριδες καὶ ζηλοτυπίες, ἀλλ’ ἐνδυθῆτε τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ μὴ φροντίζετε διὰ τὴν σάρκα διὰ νὰ ἱκανοποιήσετε τὰς ἐπιθυμίας της.


Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ἀσθενὴς κατὰ τὴν πίστιν, νὰ τὸν δέχεσθε, ἀλλ’ ὄχι διὰ συζητήσεις γνωμῶν. Ὁ ἕνας πιστεύει ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ φάγῃ ἀπὸ ὅλα, ἀλλ’ ὁ ἀσθενὴς τρώγει λάχανα. Ἐκεῖνος ποὺ τρώγει, ἂς μὴ περιφρονῇ ἐκεῖνον ποὺ δὲν τρώγει, καὶ ἐκεῖνος ποὺ δὲν τρώγει, ἂς μὴ κρίνῃ ἐκεῖνον ποὺ τρώγει, διότι ὁ Θεὸς τὸν ἔχει δεχθῆ. Ποιός εἶσαι σὺ ποὺ κρίνεις ξένον ὑπηρέτην; Τὸ ἂν θὰ σταθῇ ἢ θὰ πέσῃ ἀφορᾷ τὸν δικόν του κύριον, θὰ σταθῇ ὅμως, διότι ὁ Θεὸς ἔχει τὴν δύναμιν νὰ τὸν κάνῃ νὰ σταθῇ.



Κατά Λουκάν (α΄ 1-25, 57-68, 76 & 80)


Ἐπειδὴ πολλοὶ ἐπεχείρησαν νὰ συντάξουν διήγησιν διὰ τὰ γεγονότα, ποὺ συνέβησαν μεταξύ μας, σύμφωνα πρὸς ὅσα μᾶς παρέδωκαν ἐκεῖνοι ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ἦσαν αὐτόπται μάρτυρες καὶ ὑπηρέται τοῦ κηρύγματος, ἀπεφάσισα καὶ ἐγώ, ποὺ παρακολούθησα ὅλα ἀπὸ τὴν ἀρχὴν μὲ ἀκρίβειαν, νὰ σοῦ τὰ καταγράψω κατὰ σειράν, εὐγενέστατε Θεόφιλε, διὰ νὰ γνωρίσῃς τὴν βεβαιότητα τῶν πραγμάτων ποὺ ἐδιδάχθηκες.

Κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ Ἡρώδη τοῦ βασιλέως τῆς Ἰουδαίας, ἐζοῦσε κάποιος ἱερεύς, ὀνομαζόμενος Ζαχαρίας, ἀπὸ τὴν τάξιν τοῦ Ἀβιὰ καὶ εἶχε γυναῖκα ἀπὸ τὰς ἀπογόνους τοῦ Ἀαρών, τῆς ὁποίας τὸ ὄνομα ἦτο Ἐλισάβετ. Ἦσαν καὶ οἱ δύο δίκαιοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, διότι ἐζοῦσαν ἄμεμπτον βίον σύμφωνα πρὸς ὅλας τὰς ἐντολὰς καὶ τὰς διατάξεις τοῦ Κυρίου. Δὲν εἶχαν ὅμως παιδί, διότι ἡ Ἐλισάβετ ἦτο στεῖρα καὶ ἦσαν καὶ οἱ δύο προχωρημένης ἡλικίας.


Συνέβη δὲ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς τελέσεως τῶν ἱερατικῶν του καθηκόντων ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὴν σειρὰν τῆς τάξεώς του, νὰ πέσῃ εἰς αὐτόν, κατὰ τὴν συνήθειαν τῆς ἱερατικῆς ὑπηρεσίας, ὁ κλῆρος νὰ θυμιάσῃ καὶ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κυρίου. Ὁλόκληρον δὲ τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ προσευχότανε ἔξω κατὰ τὴν ὥρα τοῦ θυμιάματος. Τότε ἐμφανίσθηκε εἰς αὐτὸν ἄγγελος τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος ἐστεκότανε εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ θυσιαστηρίου τοῦ θυμιάματος.


Καὶ ἐτεράχθηκε ὁ Ζαχαρίας, ὅταν τὸν εἶδε καὶ τὸν κατέλαβε φόβος. Τοῦ εἶπε δὲ ὁ ἄγγελος, «Μὴ φοβᾶσαι, Ζαχαρία, διότι ἡ προσευχή σου ἔχει εἰσακουσθῆ καὶ ἡ γυναῖκά σου ἡ Ἐλισάβετ θὰ σοῦ γεννήσῃ υἱὸν καὶ θὰ τὸν ὀνομάσῃς Ἰωάννην, καὶ θὰ σοῦ εἶναι χαρὰ καὶ ἀγαλλίασις καὶ πολλοὶ θὰ χαροῦν διὰ τὴν γέννησίν του, διότι θὰ εἶναι μέγας ἐνώπιον τοῦ Κυρίου. Κρασὶ καὶ οἰνοπνευματώδη ποτὰ δὲν θὰ πιῇ. Θὰ εἶναι γεμάτος Πνεῦμα Ἅγιον ἀπὸ τὴν κοιλιὰ ἀκόμη τῆς μητέρας του, καὶ πολλοὺς ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἰσραὴλ θὰ τοὺς κάνῃ νὰ ἐπιστρέψουν εἰς τὸν Κύριον τὸν Θεόν τους. Καὶ θὰ ἔλθῃ πρὶν ἀπ’ αὐτὸν μὲ τὸ πνεῦμα καὶ τὴν δύναμιν τοῦ Ἠλία, ὥστε νὰ κάμῃ νὰ γυρίσουν οἱ καρδιὲς τῶν γονέων εἰς τὰ παιδιά τους καὶ οἱ ἀπειθεῖς νὰ ἀποκτήσουν τὸ φρόνημα τῶν δικαίων καὶ ἔτσι νὰ ἐτοιμάσῃ διὰ τὸν Κύριον λαὸν προδιατεθειμένον».


Καὶ εἶπεν ὁ Ζαχαρίας εἰς τὸν ἄγγελον, «Πῶς θὰ πεισθῶ γι’ αὐτό; Διότι ἐγὼ εἶμαι ἡλικιωμένος καὶ ἡ γυναῖκά μου προχωρημένης ἡλικίας». Καὶ ἀπεκρίθη ὁ ἄγγελος, «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Γαβριήλ, ὁ ὁποῖος παρουσιάζομαι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ εἶμαι σταλμένος νὰ σοῦ μιλήσω καὶ νὰ σοῦ φέρω τὴν εὐχάριστη αὐτὴν ἀγγελίαν. Καὶ ἰδοῦ, θὰ εἶσαι βουβός καὶ δὲν θὰ μπορῇς νὰ μιλῇς ἔως τὴν ἡμέραν, ποὺ θὰ γίνουν αὐτά, ἐπειδὴ δὲν ἐπίστεψες εἰς τοὺς λόγους μου, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκπληρωθοῦν εἰς τὸν καιρό τους».


Καὶ ὁ λαὸς ἀνέμενε τὸν Ζαχαρίαν καὶ ἀποροῦσαν, διότι ἀργοποροῦσε πολὺ εἰς τὸν ναόν. Ὅταν ἐβγῆκε, δὲν μποροῦσε νὰ τοὺς μιλήσῃ καὶ κατάλαβαν ὅτι εἶχε ἰδῆ ὅραμα εἰς τὸν ναόν. Αὐτὸς δὲ τοὺς ἔκανε νεύματα καὶ παρέμενε βουβός. Καὶ ὅταν συμπληρώθηκαν αἱ ἡμέραι τῆς ἱερατικῆς του ὑπηρεσίας, ἔφυγε διὰ τὸ σπίτι του.


Ὕστερα ἀπὸ τὰς ἡμέρας αὐτὰς ἡ Ἐλισάβετ, ἡ γυναῖκά του, ἔμεινε ἔγκυος καὶ ἔκρυβε τὸν ἑαυτόν της ἐπὶ πέντε μῆνας καὶ ἔλεγε, «Αὐτὸ μοῦ ἔκανε ὁ Κύριος κατὰ τὰς ἡμέρας, ποὺ ἐνδιαφέρθηκε νὰ μοῦ ἀφαιρέσῃ τὴν ἐντροπὴν μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων».


Καὶ ἦλθε ὁ καιρὸς τῆς Ἐλισάβετ νὰ γεννήσῃ, καὶ ἐγέννησε υἱόν. Καὶ ἄκουσαν οἱ γείτονες καὶ οἱ συγγενεῖς της ὄτι ὁ Κύριος ἔδειξε πολὺ ἔλεος εἰς αὐτὴν καὶ τὴν συνέχαιραν.


Τὴν ὀγδόην ἡμέραν ἦλθαν διὰ νὰ έκτελέσουν τὴν περιτομὴν τοῦ παιδιοῦ καὶ ἤθελαν νὰ τὸ ὀνομάσουν μὲ τὸ ὄνομα τοῦ πατέρα του, Ζαχαρίαν. Ἀλλ’ ἡ μητέρα του εἶπε, «Ὄχι, θὰ ὀνομασθῇ Ἰωάννης». Καὶ αὐτοὶ τῆς εἶπαν, «Δὲν εἶναι κανεὶς ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς σου ποὺ νὰ ἔχῃ τὸ ὄνομα αὐτό». Μὲ νεύματα δὲ ἐρωτοῦσαν τὸν πατέρα του πῶς ἤθελε αὐτὸς νὰ τὸ ὀνομάσουν. Καὶ αὐτὸς ἐζήτησε μικρὴ πλάκα καὶ ἔγραψε τὰ ἑξῆς: «Ἰωάννης εἶναι τὸ ὄνομά του».


Καὶ ἐξεπλάγησαν ὅλοι. Ἄνοιξε δὲ ἀμέσως τὸ στόμα του καὶ ἡ γλῶσσα του καὶ εὐλογοῦσε τὸν Θεόν. Καὶ κατέλαβε φόβος ὅλους, ὅσοι κατοικοῦσαν γύρω, καὶ τὰ γεγονότα αὐτὰ διεδίδοντο εἰς ὅλην τὴν ὀρεινὴν περιοχὴν τῆς Ἰουδαίας. Καὶ ὅλοι, ὅσοι τὰ ἄκουσαν, τὰ ἔβαλαν εἰς τὴν καρδιά τους καὶ ἔλεγαν, «Τί ἄραγε θὰ γίνῃ τὸ παιδὶ αὐτό;». Καὶ πραγματικὰ τὸ χέρι τοῦ Κυρίου ἦτο μαζί του. Καὶ ὁ Ζαχαρίας, ὁ πατέρας του, ἐπληρώθη ἀπὸ Πνεῦμα Ἅγιον καὶ ἐπροφήτευσε καὶ εἶπε, «Εὐλογητὸς ὁ Κύριος, ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ, διότι ἐνδιαφέρθηκε καὶ ἐλύτρωσε τὸν λαόν του·


Καὶ σύ, παιδί, θὰ ὀνομασθῇς προφήτης τοῦ Ὑψίστου»

Τὸ δὲ παιδὶ ἐμεγάλωνε καὶ ἐδυνάμωνε κατὰ τὸ πνεῦμα καὶ ἦτο εἰς τὰς ἐρήμους ἕως τὴν ἡμέραν τῆς ἐμφανίσεώς του εἰς τὸν Ἰσραήλ.