Σελίδες

Κυριακή 28 Ιουνίου 2026

Λίγο πριν τελειώσει το όνειρο

Λίγο πριν τελειώσει το όνειρο
«Όταν ο Γιώργος Νταλάρας τραγουδούσε με την κιθάρα του το "Διδυμότειχο μπλουζ", σε πιο βαρύ ρυθμό σιγοτραγουδούσα ολημερίς με καημό αλλά περήφανα το δικό μου μπλουζ, "Καστελλόριζο μπλουζ".

Νερό μόνο εμφιαλωμένο και σαφώς επί χρήμασι. Μπάνιο στη Θάλασσα με σαπούνι που άφριζε στο νερό της, η Υδροφόρα αργεί. Οι περισσότεροι ντυμένοι με μόνιμο ρούχο, μαύρο ζιβάγκο (πιο πάνω καθάριζε το ξυράφι). Μπύρες ληγμένες αλλά φτηνές, μπισκότα τριμμένα στο πλαστικό από τη πολυκαιρία στα ράφια, το μαγαζί ένα και μοναδικό. Ψωμί φρέσκο θα φάμε όταν δεήσει ο Φούρναρης (ο Μπίλι ο Βιετναμέζος που πήδηξε νύχτα από διερχόμενο "γκαζάδικο" βρίσκοντας εδώ γλυκό καταφύγιο). Νησί που οι νησιώτες του, ψάρι μεγάλο στο τραπέζι δεν βλέπουν, παρά μόνο αφρόψαρα, γαύρο και αθερίνα.

Ο Ηλιος καίει δυνατά όλη τη μέρα και δεν αφήνει να ξεμυτίσουμε χωρίς λόγο. Μόνο ο "Αγιος", ένας κατάμονος, ηθελημένα ξεχασμένος Έλληνας, ψηλός και αδύνατος με μαλλιά μακριά ξανθά και αχτένιστα, όλη τη μέρα ταξιδεύει καθήμενος οκλαδόν μέσα στη δική του αυτοσχέδια βάρκα (μια οβάλ πλαστική κόκκινη λεκάνη). Μια βέργα δίμετρη όρθια αφημένη στην αγκαλιά του και ψηλά στην άκρη δεμένο ολόλευκο μαντήλι. Θες να είναι το πανί του πλεούμενου ή να είναι λάβαρο του προς όλους μηνύματος για αναζήτηση της απόλυτης ελευθερίας.

Το λιμανάκι, ο φιλόξενος και ήρεμος όρμος, σχεδόν καθημερινά του παρέχουν μια γλυκιά καταγάλανη αγκαλιά. Το βράδυ θα τον κρύψει για λίγες ώρες η παρακείμενη Σπηλιά στα βράχια και το πρωί πάλι με το πρώτο φως ελεύθερος και μόνος, χωρίς τιμόνι και πυξίδες, ακυβέρνητος παντελώς διαγράφει πορεία με χίλια πισωγυρίσματα που τα ορίζει σαν έχει κέφι το αεράκι. Ζει ανάμεσα σε τόσον κόσμο περαστικό, σε πολλούς λαούς και φυλές, σε τόσες ανάγκες και πόθους και λαχτάρες. Πότε τον ζηλεύω και πότε προσπαθώ να καταλάβω τις αιτίες που τον στοίχειωναν εκεί, εκείνο το κάτι το οποίο δεν μπορούσα να κάνω για να του μοιάσω.

Κι εγώ τι έκαμα; ακουμπούσα απλά στη πρώτη σκληρή πέτρα που έβρισκα, έφερνα στο μυαλό μου ότι άφησα πίσω, έπαιρνα δυο τρεις βαθιές ανάσες με μπόλικο πελαγίσιο οξυγόνο, που το μετέτρεπα με επίκληση στο υπερφυσικό, σε άλλη νέα δυνατή ελπίδα. Παρέες μου αξέχαστες, κοντινά πρόσωπα, ανάγκες της οικογένειας, γιορτές και πανηγύρια στο χωριό, Αιγίνιο, Κατερίνη, Σαλονίκη. Περιορισμένα τηλέφωνα, επικοινωνία ελεύθερη και ανόθευτη αλλά ουσιαστικά με πολλά εμπόδια. Κι αν ήθελε η μικρή ξανθομαλλούσα να μου μιλήσει, δεν μπορούσε. Προσπαθούσε αλλά ώσπου να πιάσω το πολυπόθητο ακουστικό η γραμμή έκλεινε και ξαναπροσπαθούσε και ξαναέκλεινε. Κρίμα στους νέους που αναγκάζονται να νιώσουν αδίστακτες αποστάσεις. Έτσι κοιτούσα πότε στη Δύση και πότε στην Ανατολή, παίρνοντας κουράγιο απ΄ το κουράγιο μου. Ευτυχώς η νύχτα αποζημίωνε κάθε μας στέρηση. Η ξαστεριά του θέρους μοναδική, όνειρο ζωντανό. Νιώθω μια ανάσα κοντά σε άλλες συνήθειες και στα πολλά νάζια της Ανατολής.»

Όμως ο κόσμος μας πολύ μικρός. Περιορισμένα όλα πάνω στο νησί. Λιγότεροι από διακόσιοι να ήμασταν όλοι κι όλοι, αναπνέοντες και πασχίζοντας, αιθεροβάμονες της τύχης. Μοιραίο να σκεφτώ ότι η κάθε επόμενη στιγμή μου εξαρτάται από άλλους παράγοντες που δεν ορίζω κανέναν. Όσο και να θέλω, δεν μπορώ να βοηθήσω τον εαυτό μου. Αγέρας και φουρτούνες, αεροπλάνα και καράβια, εφόδια και πολυτέλειες, γιατροί και γιατροσόφια, γείτονες φίλοι και πολεμοκάπηλοι, τυχοδιώκτες, άρπαγες και έμποροι ή θεριακλήδες.

Μόνη διέξοδος ένα χαρτί κι ένα μολύβι. Δύσκολα έδινα απαντήσεις σε όσους ρωτούσαν προκλητικά, επέμενα με ηρεμία και συνομιλούσα με όσους καταλάβαινα ότι θέλουν να έρθουν κοντά στα πραγματικά ¨γιατί¨ της απομονωμένης ζωής. Εκεί μακριά, στην εσχατιά για την υπόλοιπη Ελλάδα, εκεί έγραψα τα πρώτα μου. Έφευγα απόγευμα στις έξι για το νησί ¨θρύλος¨, αφήνοντας πίσω μου έναν άλλον παγκόσμιο ¨θρύλο¨. Έφευγα τότε που ο Ηλιος, ψηλά ακόμη, κατάκαιγε κι ούτε που ήξερα που πάω. Εμπιστεύτηκα ένα καράβι, πίστεψα σε μια ελπίδα σκληρή, έπεισα τον εαυτό μου να βασιστεί στην τύχη και στον Θεό πάλι. Ξαναέζησα όλες τις στιγμές που ξημέρωσαν εκείνες οι δαιμόνιες νύχτες με την τρελή αγωνία των Εισαγωγικών για τα Πανεπιστήμια. Όσο πιο άγνωστη κι αυτή η αποστολή, τόσο πολύτιμη. Ο ερχομός στη ζωή βρίσκει τη χαρά του μέσα στο κλάμα, έτσι και το όνειρο να γίνω δάσκαλος παίρνει υπόσταση μέσα από δυσκολίες και χίλια κύματα. Το καράβι ασυγκίνητο όμως έφευγε, έφευγε και μαζί του έφευγα, έφευγα και χορεύαμε πάνω στα κύματα κι έγραφα τότε όσο πιο ψύχραιμα μπορούσα ¨… κι αφήνω πίσω μου μιαν Ρόδο κι έναν Ήλιο ….¨. Τα αφρισμένα νερά πίσω από την πείσμωνα προπέλα σιγά-σιγά έσβηναν, ξεθώριαζαν σιγά-σιγά και οι όψεις του λιμανιού, τα ιστορικά κάστρα, οι επιβλητικοί φοίνικες που δέσποζαν στα καταπράσινα δέντρα, όλη η βοή εκείνης της κοσμοπολίτικης Ρόδου.

Τρία τα βράδια στο παγκάκι του λιμανιού. Οι λάμπες απέναντι στους λυγερόκορμους ιστούς γρήγορα ξεθώριασαν στα μάτια μου. Θέλω να αντέξω για να νιώσω και ίσως έστω κι έτσι να χαρώ, στιγμές τέτοιες που δεν ζεις με πρόγραμμα στη ζωή. Υποφέρω κατά βάθος, αλλά αντέχω. Τα τριζόνια στα δέντρα προς τα ψηλά στην ανηφοριά, απόκαμαν κάποια στιγμή, με άφησαν κι αυτά παντελώς μόνο. Η κάψα στο σκληροτράχηλο πρανές υποχωρεί, δροσίζει η νύχτα.

Σκληρό το πράσινο φρεσκοβαμμένο ξύλο στο παγκάκι αλλά είναι το μόνο φιλόξενο μέρος για μένα κι απόψε. ¨Καστελόριζο μπλουζ ¨ Άγγελε, Καληνύχτα. Δίπλα μου ακριβώς, μόνες οι δυο βαλίτσες μου. Τις δυο δασκάλες, καλά κορίτσια, η μια απ΄ τον Βορρά κι η άλλη Πειραιώτισσα, τις βόλεψε πολύ ευγενικά ο Γιατρός στους χώρους του Ιατρείου για να κοιμηθούν. Ο Γιατρός, Δημήτρης και Σαλονικιός, στη φύση του πολύ καλός, κοιμήθηκε σε φιλικό σπίτι.

Άγγελε δεν ήθελες την Λάρισα στο ΄90, ήταν μακριά, θα ήσουν ¨ένας σώγαμπρος¨ έλεγες δώθε και κείθε, τώρα μείνε στο παγκάκι και νιώσε και εμπέδωσε το ¨Καστελόριζο μπλούζ¨, ξανά και ξανά και ξανά. Έγερνα και ξυπνούσα, πιασμένος, πονεμένος. Ηξερα όμως ότι θα ξημερώσει, είχα ελπίδα στην μπέσα του Ήλιου που δεν ξεχνά το ταξίδι του.

Κοντά στα χαράματα ζύγωσε σχεδόν παραπατώντας ο Νώντας, ήσυχος αλλά ομιλητικός, καλοκάγαθος σαραντάρης αλλά αινιγματικός, πλήρης αλλά κατά βάθος ελλειμματικός. Τύπος ως ημιχίπις, άφησε τη πολύβουη Αθήνα και ήρθε να ολοκληρωθεί στην ερημιά και ολομόναχος. Όσο και να κάπνιζε, γιατρειά δεν έβρισκε. Αποκρίνομαι πάντα σε ότι έλεγε, όταν όμως έλεγε να φύγει δεν παρακαλούσα για το αντίθετο, κάτι μου φόβιζε, κάτι δεν καταλάβαινα. Καλός αλλά αινιγματικός. Και άρχιζα τότε να τραγουδώ, παραμιλούσα πότε-πότε δυνατά και με στόμφο, έψελνα σε όλους τους ήχους. Σάστιζε ο Νώντας, κουνώντας το κεφάλι του έφευγε δείχνοντας κατανόηση και λύπηση για μένα. Με τα πεφταστέρια και τα τριζόνια, τον Νώντα και τα νυχτοπούλια κι αυτή η νύχτα ευτυχώς ήταν μικρή.

Πότε-πότε πήγαινα και στη δουλειά. Τι κι αν έβαψα τα θρανία (πρώτη φορά που δουλεύει μεταπολεμικά Γυμνάσιο στο νησί), τι κι αν έφερα μόνος όλα τα Βιβλία από τη Ρόδο. Οι λιγοστοί μαθητές μου είχαν άλλες, τις δικές τους συνήθειες. Δεν τέλειωσαν όλοι μαζί πέρσι το Δημοτικό Σχολείο, ηλικιακό μωσαϊκό. Ο Βαγγέλης, ο Βαλάντης, η Ειρήνη με την ιστορική κληρονομιά από τη ηρωίδα γιαγιά της, ο Κώστας. Πρώτα η ¨γύρα¨ στο λιμάνι, στις βάρκες με τα σπαρταριστά εντυπωσιακά μεγαλόψαρα. Μετά Πλατεία, στην Κληματαριά της κυρά-Μαύραινας, το πέρασμα από τον Φάρο. Κατά τις 10.00 έφταναν και στο Σχολείο. Φορτωμένοι με όλες τις πληροφορίες της ημέρας για τα νέα συμβάντα. Εντυπωσιασμένα τα παιδιά, έπρεπε πρώτα να μου μιλήσουν, να μου τα πουν όλα με το ¨νί¨ και με το ¨σίγμα¨ και όπως ο καθένας τους ξεχωριστά τα είδε, τα άκουσε και τα ένιωσε. Ιδιο γεγονός, πολλές οι παραλλαγές στην αφήγηση. Με υπομονή τους άκουγα όλους, δεν έπρεπε να χαλάσω το χατίρι κανενός, αλλιώς θα ήμασταν ακόμα στην αρχή. Σε λίγες ημέρες έμαθα σχεδόν όλα που συνέβησαν και συμβαίνουν στο νησί.

Άρχισα το Μάθημα, πίστεψα ότι έστω και με τον τρόπο αυτό θα μπαίναμε σε σειρά, σειρά που σε άλλα Σχολεία βάζει το τακτικό χτύπημα του Κουδουνιού. Όμως ήδη, κατάκοποι όλοι. Υπόκρυφη ανησυχία άρχισε να διαφαίνεται στα παιδιά. Ήθελαν να το κρύψουν, όμως δεν προσπαθούσαν και πολύ. Δίψα και πείνα και ζέστη και κούραση. Πολλές οι αιτίες, άλλες αληθινές αλλά και πολλά ψέματα μαζί. Αιτίες στις οποίες δεν μπορώ να προβάλλω αντίσταση. Εξ άλλου δεν προλάβαινα για κάτι τέτοιο, ώσπου να πει ο Βαγγέλης ¨διψώ¨ ήδη βρίσκεται στην αυλή του Σχολείου.

Αλλη μια μέρα πέρασε σαν ημιαργία. Τα παιδιά έφυγαν νωρίς για τα σπίτια τους. Οι γονείς δεν ενδιαφέρθηκαν, ή δεν ήξεραν ή πείσθηκαν από τα λεγόμενα των παιδιών. Ως υπηρεσιακός υπεύθυνος, το μεσημέρι έπρεπε να κλείσω τα Βιβλία του Σχολείου, Ημερολόγιο (όλα καλά), Βιβλίο Ύλης (πάλι Προπαίδεια). Αν δεν είχα πρότερη σχετική εμπειρία από την Ψυχολογία και την συμπεριφορά παιδιών ή θα τα παρατούσα στη πρώτη εβδομάδα με κεφάλι ¨σκυμμένο¨ ή ακόμα θα κάναμε Προπαίδεια. Το Δημοτικό Σχολείο στην δίπλα Αίθουσα δούλευε ρολόι.

Σε λίγο κατηφόριζα σιγά-σιγά, περνώντας από τον Αη-Γιώργη τον πάνω και χαιρετώντας τον λαλίστατο Ιερέα παπά-Γιώργη, κλασσικός νησιώτης. Πανέξυπνος, καλοσυνάτος, δραστήριος και αεικίνητος που αρκετές φορές έδινε την εντύπωση ότι ξεπερνά ασυνείδητα το σεβάσμιο ράσο. Ψάλλοντας καθαρίζει την Εκκλησία-Μνημείο, τραγουδώντας νησιώτικα παραδοσιακά ρίχνει λίγο νερό στα διψασμένα δεντράκια, μετά παίρνει το δρόμο και κατεβαίνει στο λιμάνι.

Δυο τα μαγαζιά που προσφέρουν Φαγητό, ώρες μεσημεριού. Στο μέσα μαγαζί θα ζητήσω Ρεβιθοκεφτέδες με σάλτσα, λίγη ντοματοσαλάτα με μαύρες ελιές και κρεμμύδι χοντροκομμένο που μοσχοβολά από απόσταση, μια παγωμένη μπύρα. Στη κυρά-Μαύραινα, μια καταπράσινη χαρακτηριστική κληματαριά, θα βρεις όλα τα ψάρια, φρέσκα να σπαρταρούν, αλλά όσο και να διαλέξεις θα καταλήξεις στις ¨αγκαλίτσες¨, σαρδέλες δυο-δυο με φρέσκο μαϊντανό καλοψημένες στα κάρβουνα. Τα μεγάλα ψάρια από τα πρωινά καΐκια ή θα φυλαχτούν για να φύγουν με το καράβι για συγκεκριμένες ταβέρνες στη Ρόδο ή θα περιμένουν τους άλλους πελάτες, αυτοί που σε προχωρημένο απόγευμα θα κατεβούν με περίσσεια όρεξη από τα ημερόπλοια που έδεσαν. Το βαλάντιο διαφορετικό, έτσι οι ορέξεις αλλάζουν κατ΄ ανάγκη.

Ένα και μόνο κοινό για όλους τους πελάτες στις δυο ταβέρνες, θνητούς ή ημίθεους, είναι η κουραστική κατάσταση που δημιουργείται από τα πολλά έντομα μικρά ή μεγάλα, που παιχνιδίζουν εντυπωσιακά ανέμελα και αιωρούμενα στην ατμόσφαιρα. Αδιαφορούν παντελώς για την ηρεμία των ανθρώπων, δεν σέβονται ούτε την ιερή στιγμή του Φαγητού. Οι Γάτες, άλλη κινούμενη μικρομάστιγα. Κοπαδιαστά-κοπαδιαστά με απύθμενο θάρρος που συνήθως καταντά θράσος έρχονται κάτω από το τραπέζι, ανάμεσα στα πόδια. Οι συνδαιτυμόνες για να ξεφύγουμε από την επιδρομή των επίμονων και παρείσακτων επισκεπτών καταλήγουμε σε έναν επίπονο αγώνα κουνώντας δεξιά-αριστερά και χέρια και πόδια. Απόγνωση ζωγραφίζεται αναίτια στα ανήσυχα πρόσωπα. Ελάχιστοι όσοι προσπαθούν με σπουδή να ξεφύγουν και να διασκεδάσουν την μοιραία κατάσταση, θέλοντας συγχρόνως να επιδείξουν άστοχα, την αγάπη τους για τα ζώα.

Κι όταν νυχτώνει; τα βράδια; πώς άραγε να περνούν τα βράδια μας;

Δεν ξεχνιέται το υπέροχο μπαράκι του μαυριδερού φίλου Στράτου που από πολύ νωρίς άρχισε να γκριζάρει το μαλλί στον κρόταφο. Καναπέδες χτιστοί δεξιά και αριστερά στους κατάλευκους τοίχους, στρωμένοι με παραδοσιακά πολύχρωμα υφαντά χαλάκια. Αστραφτερή καθαριότητα παντού. Δροσερό στέκι των φίλων ποιοτικής μουσικής και καθαρού ποτού. Δυο στρογγυλά τραπεζάκια, μπλε μεταλλικά, έξω μπροστά στην πόρτα. Δυο ψάθινα καθίσματα στο κάθε τραπέζι ένθεν και ένθεν. Γυαλίζουν, φρεσκοπλυμένες οι ασύμμετρες πλάκες στο πεζοδρόμιο. Ο αρμός τους ανάμεσα, κατάλευκος σαν το γάλα.

Απόγευμα σχεδόν επτά και άρχισαν να καταφτάνουν για τον απογευματινό καφέ οι πρώτοι μερακλήδες του είδους. Πέρασαν γρήγορα οι ώρες, οι δείκτες σκαρφάλωσαν αρκετά ψηλά, έδειξαν μεσάνυχτα και πιο μετά. Το στέκι γέμισε. Οι δασκάλες εδώ, ο Βαγγέλης ο Νηπιαγωγός εδώ, εδώ και οι εξουσίες, εδώ και οι ταπεινοί ψαράδες, εδώ και ντόπιοι και τουρίστες, εδώ και η κόρη του Βασιλιά της ¨Γαρίδας¨, Καστελοριζιά στην καταγωγή, που ζουν στην μακρινή Αυστραλία από τον ξεριζωμό του ΄40.

Δεν προφταίνει να σερβίρει ο καλοσυνάτος Στράτος. Κοντεύουμε στις τρεις, όλοι εδώ. Ο λεπτοκαμωμένος Μπίλι, ο πολύ συμπαθής Φούρναρης του νησιού, έγειρε κι απόψε από νωρίς στο πλακόστρωτο του λιμανιού με τα πόδια κρεμασμένα να ψιλοβρέχονται στο νερό της θάλασσας. Πλήρωσε ένα ποτό και του κέρασαν τρία, καταδεκτικός που συνήθως δεν προσβάλει κανέναν. Όμως αύριο πάλι στο νησί δεν θα έχουμε ψωμί.

Πήγε τέσσερις και τώρα πέντε. Άρχισε ο Ήλιος να δείχνει τα κέφια του, με νέα Ανατολή για μια καινούργια Ημέρα. Τα βλέφαρα δεν άντεξαν, κούραση, απόκοσμος περιορισμός, καημός, ποτό, ζάλη. Αύριο ξημερώνει Κυριακή, κουράγιο. ¨Καστελλόριζο Μπλουζ, Άγγελε¨, άκουσα πάλι με δωρική φωνή να σκύβει και να μου κρένει η Τύχη μου. Βολεύτηκα λίγο καλύτερα στην καρέκλα μου, μπορεί πάλι να αναστέναξα, χάθηκα βαθιά στην αγκαλιά του Μορφέα.

Από τότε κατάλαβα ότι ¨της ζωής τα δύσκολα¨ δεν σβήνουν με ποτά και με τσιγάρα.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ: ο πρώτος μου μισός 92.000 δραχμές, σαν έβρισκες σπίτι ¨μέρα και χιλιάρικο¨ για νοίκι, πολλά τα φτηνά ρούχα και δερμάτινα και επώνυμα λες και ήταν από δεύτερο χέρι, δύο τα δρομολόγια του ¨νήσος Κάλυμνος¨ για Ρόδο, ένα το πέταγμα του οκταθέσιου σαν επέτρεπε ο καιρός, 16 τα διαθέσιμα δωμάτια αλλά μόνο για επισκέπτες και τουρίστες στο κοινοτικό νεόκτιστο Ξενοδοχείο, ένα και μοναδικό ξεχασμένο πορτοκαλόχρουν ημιφορτηγάκι με ξένες πινακίδες που έπαιζε ρόλο απορριμματοφόρου κυκλοφορώντας σπάνια και πολύ δύσκολα στα στενά δρομάκια, ένα μικρό τρίκυκλο βενζινοκίνητο με θέση για οδηγό και πίσω του κολλητά μικρή καρότσα για βαλίτσες και αντικείμενα από το Λιμάνι στο Ξενοδοχείο, Γραφείο Τελωνείου στον Φάρο, Αστυνομία, Ταχυδρομείο (παλιά Καζέρμα), Δημαρχείο και πότε-πότε επιβλητική η παρουσία πλοίου του Πολεμικού Ναυτικού ή πλοίου των Φάρων.

Τότε το Σχολείο είχε πέντε Μαθητές στην Α΄ Τάξη, έναν Μαθητή στην Β΄ Τάξη και η Γ΄ Τάξη δεν είχε μαθητές. Σήμερα το Σχολείο έχει και Γυμνάσιο έχει και Λυκειακές Τάξεις.

Τότε στο νησί ζούσαμε ούτε διακόσιοι ντόπιοι και άλλοι, σήμερα στο νησί ζουν πολλοί. Καινούργια σπίτια, νέες οικογένειες, ιδέες και δραστηριότητες. Παραμένει ίδιος, ο αγέρωχος και μηνυματικός Κόκκινος Βράχος. Στέμμα στο Βασίλειο των γνωστών και άγνωστων σύγχρονων ηρώων που ζουν διατηρώντας την συνείδηση του Ακρίτα. Οι περισσότερες δυσκολίες είναι πρόσκαιρες, ξεχνιούνται, αξίζει η κάθε μεγάλη ιδέα που μένει.

Πρώτη Οργανική Τοποθέτηση, Γυμνάσιο Μεγίστης, Καστελόριζο (09-09-1991).

Άγγελος Αγγελίδης, Φυσικός
Απόσπασμα από τα "αποχαιρετιστήρια λόγια"
(Συνεστίαση, ταβέρνα ΛΙΟΛΙΟΣ, 12-06-2025)