Σελίδες

▼

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2026

Το Ευαγγέλιο και το αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής

Το Ευαγγέλιο και το αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής
Το Αποστολικό Aνάγνωσμα
Α΄ Προς Κορινθίους Επιστολής (ιβ΄ 27 – ιγ΄ 7)
(Ανάγνωσμα εορτής Αγίων Αναργύρων)


Το Πρωτότυπο Κείμενο

Ἀδελφοί, ὑμεῖς ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους. Καὶ οὓς μὲν ἔθετο ὁ Θεὸς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, ἔπειτα δυνάμεις, εἶτα χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσῶν. Μὴ πάντες ἀπόστολοι; Μὴ πάντες προφῆται; Μὴ πάντες διδάσκαλοι; Μὴ πάντες δυνάμεις; Μὴ πάντες χαρίσματα ἔχουσι ἰαμάτων; Μὴ πάντες γλώσσαις λαλοῦσι; Μὴ πάντες διερμηνεύουσι; Ζηλοῦτε δὲ τὰ χαρίσματα τὰ κρείττονα. Καὶ ἔτι καθ᾿ ὑπερβολὴν ὁδὸν ὑμῖν δείκνυμι.

Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. Καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυσ πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν, ὥστε ὄρη μεθιστάναι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδέν εἰμι. Καὶ ἐὰν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσωμαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι.

Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ, ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ paroxynetai (παροξύνεται), οὐ λογίζεται τὸ κακόν, οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ· πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει. Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει.

Μετάφραση (Νεοελληνική Απόδοση)

Αδελφοί, εσείς είστε το σώμα του Χριστού και ο καθένας ξεχωριστά είστε μέλη του. Και ο Θεός έθεσε μερικούς στην Εκκλησία: πρώτα αποστόλους, δεύτερον προφήτες, τρίτον διδασκάλους, έπειτα δυνάμεις (θαύματα), έπειτα χαρίσματα ιαμάτων, αντιλήψεις (βοήθειες), διοικήσεις, ποικιλίες γλωσσών. Μήπως είναι όλοι απόστολοι; Μήπως όλοι προφήτες; Μήπως όλοι διδάσκαλοι; Μήπως όλοι έχουν δυνάμεις; Μήπως όλοι έχουν χαρίσματα ιαμάτων; Μήπως όλοι μιλούν γλώσσες; Μήπως όλοι ερμηνεύουν; Εσείς όμως να επιθυμείτε τα ανώτερα χαρίσματα. Και σας δείχνω έναν δρόμο ακόμα πιο εξαιρετικό.

Αν μιλώ τις γλώσσες των ανθρώπων και των αγγέλων, αλλά αγάπη δεν έχω, έχω γίνει χαλκός που ηχεί ή κύμβαλο που αλαλάζει. Και αν έχω προφητεία και γνωρίζω όλα τα μυστήρια και όλη τη γνώση, και αν έχω όλη την πίστη, ώστε να μετακινούμε όρη, αλλά αγάπη δεν έχω, τίποτα δεν είμαι. Και αν μοιράσω ως ψωμιά όλα τα υπάρχοντά μου, και αν παραδώσω το σώμα μου για να καεί, αλλά αγάπη δεν έχω, σε τίποτα δεν ωφελούμαι.

Η αγάπη μακροθυμεί, είναι ευεργετική, η αγάπη δεν ζηλοφθονεί, η αγάπη δεν περπερεύεται (δεν κομπάζει), δεν φουσκώνει από περηφάνια, δεν συμπεριφέρεται άσχημα, δεν ζητάει τα δικά της συμφέροντα, δεν παροξύνεται, δεν λογαριάζει το κακό, δεν χαίρεται για την αδικία, αλλά συγχαίρει την αλήθεια. Όλα τα ανέχεται, σε όλα πιστεύει, όλα τα ελπίζει, όλα τα υπομένει. Η αγάπη ποτέ δεν εκπίπτει (ποτέ δεν αποτυγχάνει/χάνεται).

Το Ευαγγελικό Aνάγνωσμα
Κατά Λουκάν Αγίου Ευαγγελίου (ις΄ 19-31)
(Παραβολή Πλουσίου και Λαζάρου)


Το Πρωτότυπο Κείμενο

Εἶπεν ὁ Κύριος· Ἄνθρωπος δέ τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ᾿ ἡμέραν λαμπρῶς. Πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος, ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἠλκωμένος καὶ ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ.

Ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον τοῦ Ἀβραάμ· ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη. Καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ τὸν Ἀβραὰْم ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ. Καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε· Πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ.

Εἶπε δὲ Ἀβραάμ· Τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖσαι, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι. Καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις, μεταξύ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν.

Εἶπε δέ· Ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου· ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου. Λέγει αὐτῷ Ἀβραάμ· Ἔχουσι Μωσέα καὶ τους προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν. Ὁ δὲ εἶπεν· Οὐχί, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ᾿ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν. Εἶπε δὲ αὐτῷ· Εἰ Μωσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται.

Μετάφραση (Νεοελληνική Απόδοση)

Είπε ο Κύριος: Κάποιος άνθρωπος ήταν πλούσιος και ντυνόταν με πορφύρα και λινό, και ευφραινόταν κάθε μέρα λαμπρά. Υπήρχε δε και ένας φτωχός, ονόματος Λάζαρος, ο οποίος ήταν πεταμένος μπροστά στον πυλώνα (στην είσοδο) του σπιτιού του γεμάτος πληγές, και επιθυμούσε να χορτάσει από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλούσιου· αλλά και τα σκυλιά έρχονταν και έγλειφαν τις πληγές του.

Συνέβη δε να πεθάνει ο φτωχός και να μεταφερθεί από τους αγγέλους στον κόλπο του Αβραάμ· πέθανε και ο πλούσιος και θάφτηκε. Και στον Άδη, σηκώνοντας τα μάτια του, ενώ βρισκόταν σε βάσανα, βλέπει από μακριά τον Αβραάμ και τον Λάζαρο στους κόλπους του. Και αυτός φώναξε και είπε: «Πατέρα Αβραάμ, ελέησέ με και στείλε τον Λάζαρο για να βρέξει την άκρη του δαχτύλου του με νερό και να δροσίσει τη γλώσσα μου, διότι υποφέρω πολύ σ' αυτή τη φλόγα».

Ο Αβραάμ όμως είπε: «Τέκνο, θυμήσου ότι εσείς πήρες τα αγαθά σου στη ζωή σου, και ο Λάζαρος ομοίως τα κακά, τώρα όμως εδώ αυτός παρηγορείται, ενώ εσύ βασανίζεσαι. Και επιπλέον όλων αυτών, ανάμεσα σε μας και σε σας έχει στηθεί ένα μεγάλο χάσμα, ώστε όσοι θέλουν να διαβούν από εδώ προς εσάς να μην μπορούν, ούτε από εκεί να περάσουν προς εμάς».

Εκείνος είπε: «Σε παρακαλώ λοιπόν, πατέρα, να τον στείλεις στο σπίτι του πατέρα μου, διότι έχω πέντε αδελφούς, για να τους διαμαρτυρηθεί, ώστε να μην έρθουν και αυτοί σε αυτόν τον τόπο του βασάνου». Του λέει ο Αβραάμ: «Έχουν τον Μωυσή και τους προφήτες, ας ακούσουν αυτούς». Ο δε είπε: «Όχι, πατέρα Αβραάμ, αλλά αν κάποιος από τους νεκρούς πάει σ' αυτούς, θα μετανοήσουν». Του είπε όμως: «Αν δεν ακούν τον Μωυσή και τους προφήτες, ούτε κι αν κάποιος αναστηθεί από τους νεκρούς θα πεισθούν».