Σελίδες

▼

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2026

Το Ευαγγέλιο και ο Απόστολος της Κυριακής

Το Ευαγγέλιο και ο Απόστολος της Κυριακής
ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (Εορτή των Αρχαγγέλων)
Προς Εβραίους Επιστολής Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα (Κεφ. β΄ 2-10)

Πρωτότυπο Κείμενο


«Ἀδελφοί, εἰ γὰρ ὁ δι' ἀγγέλων λαληθεὶς λόγος ἐγένετο βέβαιος, καὶ πᾶσα παράβασις καὶ παρακοὴ ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν, πῶς ἡμεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας; ἥτις ἀρχὴν λαβοῦσα λαλεῖσθαι διὰ τοῦ Κυρίου, ὑπὸ τῶν ἀκουσάντων εἰς ἡμᾶς ἐβεβαιώθη, συνεπιμαρτυροῦντος τοῦ Θεοῦ σημείοις τε καὶ τέρασι καὶ ποικίλαις δυνάμεσι καὶ Πνεύματος Ἁγίου μερισμοῖς κατὰ τὴν αὐτοῦ θέλησιν.

Οὐ γὰρ ἀγγέλους ὑπέταξε τὴν οἰκουμένην τὴν μέλλουσαν, περὶ ἧς λαλοῦμεν. διεμαρτύρατο δέ τις που λέγων· Τί ἐστιν ἄνθρωπος, ὅτι μιμνῄσκῃ αὐτοῦ, ἢ υἱὸς ἀνθρώπου, ὅτι ἐπισκέπty αὐτόν; Ἠλάττωσας αὐτὸν βραχύ τι παρ' ἀγγέλους, δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφάνωσας αὐτόν, καὶ κατέστησας αὐτὸν ἐπὶ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν σου· πάντα ὑπέταξας ὑπὸ the πόδας αὐτοῦ. Ἐν γὰρ τῷ ὑποτάξαι αὐτῷ τὰ πάντα, οὐδὲν ἀφῆκεν αὐτῷ ἀνυπότακτον. Νῦν δὲ οὔπω ὁρῶμεν αὐτῷ τὰ πάντα ὑποποτεταγμένα· τὸν δὲ βραχύ τι παρ' ἀγγέλους ἠλαττωμένον βλέπομεν Ἰησοῦν διὰ τὸ πάθημα τοῦ θανάτου δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφανωμένον, ὅπως χάριτι Θεοῦ ὑπὲρ παντὸς γεύσηται θανάτου. Ἔπρεπε γὰρ αὐτῷ, δι' ὃν τὰ πάντα καὶ δι' οὗ τὰ πάντα, πολλοὺς υἱοὺς εἰς δόξαν ἀγαγόντα, τὸν ἀρχηγὸν τῆς σωτηρίας αὐτῶν διὰ παθημάτων τελειῶσαι.»

Νεοελληνική Μετάφραση

«Αδελφοί, εάν ο λόγος που λαλήθηκε μέσω αγγέλων αποδείχθηκε βέβαιος, και κάθε παράβαση και παρακοή έλαβε την τιμωρία που της άξιζε, πώς θα ξεφύγουμε εμείς, αν αμελήσουμε μια τόσο μεγάλη σωτηρία; Αυτή η σωτηρία άρχισε να κηρύττεται από τον Κύριο και βεβαιώθηκε σε εμάς από εκείνους που την άκουσαν, ενώ ο Θεός συνεπιμαρτύρησε με σημεία και τέρατα και διάφορες δυνάμεις και με μοιρασίες του Αγίου Πνεύματος σύμφωνα με το θέλημά Του.

Διότι ο Θεός δεν υπέταξε σε αγγέλους την οικουμένη τη μέλλουσα, για την οποία μιλούμε. Κάποιος μάλιστα διαμαρτυρήθηκε κάπου λέγοντας: "Τι είναι ο άνθρωπος, ώστε να τον θυμάσαι, ή ο υιός του ανθρώπου, ώστε να τον επισκέπτεσαι; Τον έκανες για λίγο κατώτερο από τους αγγέλους, με δόξα και τιμή τον εστεφάνωσες και τον κατέστησες κυρίαρχο πάνω στα έργα των χεριών Σου. Όλα τα υπέταξες κάτω από τα πόδια του".

Αφού λοιπόν του υπέταξε τα πάντα, δεν άφησε τίποτα ανυπότακτο σ' αυτόν. Τώρα όμως δεν βλέπουμε ακόμη τα πάντα υποταγμένα σ' αυτόν. Βλέπουμε όμως τον Ιησού, που έγινε για λίγο κατώτερος από τους αγγέλους, να είναι εστεφανωμένος με δόξα και τιμή εξαιτίας του παθήματος του θανάτου, ώστε με τη χάρη του Θεού να γευθεί τον θάνατο για χάρη όλων. Διότι έπρεπε σ' Εκείνον, για τον Οποίο υπάρχουν τα πάντα και μέσω του Οποίου έγιναν τα πάντα, αφού οδήγησε πολλούς υιούς στη δόξα, να τελειοποιήσει τον αρχηγό της σωτηρίας τους μέσα από παθήματα.»

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (Κυριακή Ζ΄ Λουκά)
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν Ἁγίου Εὐαγγελίου τὸ Ἀνάγνωσμα (Κεφ. η΄ 41-56)

Πρωτότυπο Κείμενο


«Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἦλθεν ἀνὴρ ᾧ ὄνομα Ἰάειρος, καὶ αὐτὸς ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὑπῆρχε· καὶ πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, ὅτι θυγάτηρ μονογενῆς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα, καὶ αὕτη ἀπέθνῃσκεν. Ἐν δὲ τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν.

Καὶ γυνὴ οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα, ἥτις ἰατροῖς προσδαπανήσασα ὅλον τὸν βίον, οὐκ ἠδυνήθη ὑπ' οὐδενὸς θεραπευθῆναι, προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ῥύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς. Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· Τίς ὁ ἁψάμενός μου; Ἀρνουμένων δὲ πάντων, εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· Ἐπισκέπτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις· Τίς ὁ ἁψάμενός μου; Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· Ἥψατό μου τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξεληλυθυῖαν ἀπ' ἐμοῦ.

Ἰδοῦσα δὲ ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθεν, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι' ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· Θάρσει, θύγατερ· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην.

Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων αὐτῷ ὅτι τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον. Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ λέγων· Μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται. Ἐλθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα εἰ μὴ Πέτρον καὶ Ἰωάννην καὶ Ἰάκωβον καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα. Ἔκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν. Ὁ δὲ εἶπε· Μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει. Καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν.

Αὐτὸς δὲ ἐκβαλὼν ἔξω πάντας καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων· Ἡ παῖς, ἐγείρου. Καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι φαγεῖν. Καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτῆς. Ὁ δὲ παρήγγειλεν αὐτοῖς μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονός.»

Νεοελληνική Μετάφραση

«Εκείνο τον καιρό, ήρθε ένας άνθρωπος που ονομαζόταν Ιάειρος, και αυτός ήταν άρχοντας της συναγωγής. Έπεσε στα πόδια του Ιησού και τον παρακαλούσε να πάει στο σπίτι του, επειδή είχε μια μοναχοκόρη περίπου δώδεκα χρονών, και αυτή ψυχορραγούσε. Ενώ δε ο Ιησούς πήγαινε, τα πλήθη τον συνέθλιβαν.

Και μια γυναίκα που είχε αιμορραγία εδώ και δώδεκα χρόνια, η οποία είχε ξοδέψει όλη την περιουσία της σε γιατρούς και από κανέναν δεν μπόρεσε να θεραπευτεί, πλησίασε από πίσω και άγγιξε το κρόσσια του ιματίου του· και αμέσως σταμάτησε η ροή του αίματός της.

Και είπε ο Ιησούς: "Πιος είναι εκείνος που με άγγιξε;" Επειδή όμως όλοι το αρνούνταν, ο Πέτρος και όσοι ήταν μαζί του είπαν: "Επισκέπτα, τα πλήθη σε περικυκλώνουν και σε πιέζουν, και λες, 'Πιος με άγγιξε;'" Ο δε Ιησούς είπε: "Κάποιος με άγγιξε, διότι εγώ κατάλαβα ότι δύναμη έχει βγει από μένα".

Η γυναίκα, βλέποντας ότι δεν κρύφτηκε, ήρθε τρέμοντας και, αφού έπεσε μπροστά του, εξήγησε μπροστά σε όλο τον λαό για ποιο λόγο τον άγγιξε και πώς θεραπεύτηκε αμέσως. Εκείνος δε της είπε: "Θάρρος, κόρη μου· η πίστη σου σε έχει σώσει· πήγαινε στην ειρήνη".

Ενώ αυτός ακόμη μιλούσε, έρχεται κάποιος από το σπίτι του άρχοντα της συναγωγής και του λέει: "Πέθανε η κόρη σου· μην ενοχλείς πλέον τον Δάσκαλο". Ο Ιησούς όμως, μόλις το άκουσε, του αποκρίθηκε λέγοντας: "Μη φοβάσαι· πίστευε μόνο και θα σωθεί".

Όταν έφτασε στο σπίτι, δεν άφησε κανέναν να μπει μέσα εκτός από τον Πέτρο, τον Ιωάννη, τον Ιάκωβο και τον πατέρα και τη μητέρα του κοριτσιού. Όλοι έκλαιγαν και τη θρηνούσαν. Εκείνος όμως είπε: "Μην κλαίτε· δεν πέθανε, αλλά κοιμάται". Και τον περιγελούσαν, επειδή ήξεραν ότι είχε πεθάνει.

Αλλά Εκείνος, αφού τους έβγαλε όλους έξω, την έπιασε από το χέρι και φώναξε λέγοντας: "Κορίτσι, σήκω!" Και επέστρεψε το πνεύμα της, και σηκώθηκε αμέσως, και διέταξε να της δώσουν να φάει. Και οι γονείς της έμειναν έκπληκτοι. Εκείνος όμως τους παρήγγειλε να μη πουν σε κανέναν αυτό που είχε συμβεί.»