Προς Κορινθίους Β' (δ' 6-15)
Αδελφοί, ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἔχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν· ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ' οὐ στενοχωρούμενοι, ἀπορούμενοι ἀλλ' οὐκ ἐξαπορούμενοι, διωκόμενοι ἀλλ' οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ' οὐκ ἀπολλύμενοι, πάντοτε τὴν νέκρωσιν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ.
Ἀεὶ γὰρ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εἰς θάνατον παραδιδόμεθα διὰ Ἰησοῦν, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ φανερωθῇ ἐν τῇ θνητῇ σαρκὶ ἡμῶν. Ὥστε ὁ μὲν θάνατος ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖται, ἡ δὲ ζωὴ ἐν ὑμῖν. Ἔχοντες δὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς πίστεως, κατὰ τὸ γεγραμμένον, Ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα, καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν, εἰδότες ὅτι ὁ ἐγείρας τὸν Κύριον Ἰησοῦν καὶ ἡμᾶς διὰ Ἰησοῦ ἐγερεῖ καὶ παραστήσει σὺν ὑμῖν. Τὰ γὰρ πάντα δι' ὑμᾶς, ἵνα ἡ χάρις πλεονάσασα διὰ τῶν πλειόνων τὴν εὐχαριστίαν περισσεύσῃ εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.
Μετάφραση
Αδελφοί, ο Θεός που είπε να λάμψει φως μέσα από το σκότος, είναι Εκείνος που έλαμψε στις καρδιές μας, για να μας φωτίσει με τη γνώση της δόξας του Θεού στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού.
Έχουμε όμως αυτόν τον θησαυρό μέσα σε οστράκινα (πήλινα) αγγεία, ώστε η υπερβολική αυτή δύναμη να αποδίδεται στον Θεό και να μη προέρχεται από εμάς. Φανερώνουμε τη θλίψη μας για τα πάντα, αλλά δεν στενοχωριόμαστε· βρισκόμαστε σε απορία, αλλά δεν απελπιζόμαστε· καταδιωκόμαστε, αλλά δεν εγκαταλειπόμαστε· καταβαλλόμαστε, αλλά δεν καταστρεφόμαστε. Πάντοτε περιφέρουμε στο σώμα μας τον θάνατο του Κυρίου Ιησού, ώστε και η ζωή του Ιησού να φανερωθεί στο σώμα μας.
Διότι εμείς οι ζώντες παραδιδόμαστε πάντοτε στον θάνατο για χάρη του Ιησού, ώστε και η ζωή του Ιησού να φανερωθεί στη θνητή μας σάρκα. Έτσι λοιπόν, ο θάνατος ενεργεί σε εμάς, ενώ η ζωή σε εσάς. Επειδή όμως έχουμε το ίδιο πνεύμα της πίστης, σύμφωνα με αυτό που είναι γραμμένο: «Πίστεψα, γι' αυτό και μίλησα», κι εμείς πιστεύουμε, γι' αυτό και μιλάμε, γνωρίζοντας ότι Εκείνος που ανέστησε τον Κύριο Ιησού, θα αναστήσει κι εμάς μέσω του Ιησού και θα μας παρουσιάσει μαζί με εσάς. Διότι όλα γίνονται για χάρη σας, ώστε η χάρη, καθώς αυξάνεται μέσω των περισσοτέρων, να κάνει να περισσεύει η ευχαριστία προς δόξα του Θεού.
Ευαγγελικό Ανάγνωσμα (Α' Λουκά)
Κατά Λουκάν (ε' 1-11) — Η θαυμαστή αλιεία
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἑστὼς ὁ Ἰησοῦς παρὰ τὴν λίμνην Γεννησαρέτ, εἶδεν δύο πλοῖα ἑστῶτα παρὰ τὴν λίμνην· οἱ δὲ ἁλιεῖς ἀποβάντες ἀπ' αὐτῶν ἀπέπλυναν τὰ δίκτυα. Ἐμβὰς δὲ εἰς ἓν τῶν πλοίων, ὃ ἦν Σίμωνος, ἠρώτησεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς γῆς ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον· καὶ καθίσας ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τοὺς ὄχλους.
Ὡς δὲ ἐπαύσατο λαλῶν, εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα· Ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Σίμων εἶπεν αὐτῷ· Ἐπιστάτα, δι' ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν· ἐπὶ δὲ τῷ ῥήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον. Καὶ τοῦτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλῆθος ἰχθύων πολύ· διερρήγνυτο δὲ τὸ δίκτυον αὐτῶν. Καὶ κατένευσαν τοῖς μετόχοις τοῖς ἐν τῷ ἑτέρῳ πλοίῳ τοῦ ἐλθόντας συλλαβέσθαι αὐτοῖς· καὶ ἦλθον, καὶ ἔπλησαν ἀμφότερα τὰ πλοῖα, ὥστε βαπτίζεσθαι αὐτά.
Ἰδὼν δὲ Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοῖς γόνασιν Ἰησοῦ λέγων· Ἔξελθε ἀπ' ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε. Θάμβος γὰρ περιέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ ἐπὶ τῇ ἄγρᾳ τῶν ἰχθύων ᾗ συνέλαβον, ὁμοίως δὲ καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην, υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ Σίμωνι. Καὶ εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα ὁ Ἰησοῦς· Μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν. Καὶ καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν, ἀφέντες ἅπαντα ἠκολούθησαν αὐτῷ.
Μετάφραση
Εκείνον τον καιρό, ενώ ο Ιησούς στεκόταν κοντά στη λίμνη Γεννησαρέτ, είδε δύο πλοιάρια που ήταν αραγμένα στην άκρη της λίμνης· οι ψαράδες είχαν αποβιβαστεί από αυτά και έπλεναν τα δίχτυα. Αφού ανέβηκε σε ένα από τα πλοιάρια, το οποίο ανήκε στον Σίμωνα, τον παρακάλεσε να απομακρυνθεί λίγο από τη στεριά· και αφού κάθισε, δίδασκε τα πλήθη από το πλοιάριο.
Όταν σταμάτησε να μιλάει, είπε προς τον Σίμωνα: «Άνοιξε το πλοίο στα βαθιά και ρίξτε τα δίχτυα σας για ψάρεμα». Και ο Σίμων αποκρίθηκε και του είπε: «Δάσκαλε, σε όλη τη διάρκεια της νύχτας κοπιάσαμε και δεν πιάσαμε τίποτα· όμως, επειδή το λες Εσύ, θα ρίξω το δίχτυ». Και όταν το έκαναν αυτό, έκλεισαν στα δίχτυα τους μεγάλο πλήθος ψαριών, σε σημείο που άρχισε να σκίζεται το δίχτυ τους. Νέψανε τότε στους συντρόφους τους που βρίσκονταν στο άλλο πλοιάριο να έρθουν να τους βοηθήσουν· κι εκείνοι ήρθαν και γέμισαν και τα δύο πλοιάρια, τόσο που άρχισαν να βυθίζονται.
Όταν το είδε αυτό ο Σίμων Πέτρος, έπεσε στα γόνατα του Ιησού λέγοντας: «Βγες από το πλοίο μου και φύγε από μένα, Κύριε, γιατί είμαι άνθρωπος αμαρτωλός». Διότι θάμπος και δέος είχε καταλάβει αυτόν και όλους όσοι ήταν μαζί του για την ψαριά που είχαν συλλάβει· παρόμοια και τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, τους γιους του Ζεβεδαίου, οι οποίοι ήταν συνεργάτες του Σίμωνα. Και είπε ο Ιησούς προς τον Σίμωνα: «Μη φοβάσαι· από τώρα και στο εξής θα ψαρεύεις ζωντανούς ανθρώπους». Κι αφού έφεραν τα πλοιάρια στη στεριά, άφησαν τα πάντα και τον ακολούθησαν.
.jpg)