Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2020

Η αξιοπρέπεια ενός πινέλου. "ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ - ΑΓΙΟΓΡΑΦΟΣ"

Όπως και τα άλλα πινέλα, έτσι κι εμένα με απέκοψαν από τον βασικό μου κορμό. Δεν ήμουν τίποτε άλλο, παρά ένα μικρό και απέριττο κλαδάκι, σε μια κρανιά επάνω. Μαζί με μένα και άλλα κλαδάκια είχαν την ίδια τύχη.

Μας απέκοψαν παρά τη θέλησή μας, και με την κατάλληλη φροντίδα του ερασιτέχνη υλοτόμου, ποιος το περίμενε, γίναμε από παρακλάδια βασικός κορμός ή καλύτερα βασικό στέλεχος· μας έκαναν πινέλα. Ήμαστε έξι στον αριθμό, που για λίγο διάστημα μείναμε μαζί στον ίδιο χώρο, ώσπου μια μέρα κάποιος έκανε επιλογή μεταξύ ημών και χάλασε την ησυχία μας. Διάλεξε τα τέσσερα από εμάς και μείναμε τα δύο, όχι όμως για πολύ.

Κάποτε ήλθε ένας μοναχός από το Άγιον Όρος, που δίδασκε αγιογραφία και με πήρε μαζί με κάποια άλλα πινέλα, από άλλη όμως παρέα. Το άλλο έμεινε μόνο του το κακόμοιρο· μέχρι σήμερα δεν μπόρεσα να μάθω τί απέγινε, όχι μόνο αυτό, αλλά και τα υπόλοιπα της παρέας μου.

Ο μοναχός, που είχε μια ασκητική μορφή με λίγα και αραιά γένια στο πρόσωπό του, με παρέδωσε σ’ έναν μαθητευόμενο αγιογράφο στην Αθωνιάδα, που βρίσκεται στη Σκήτη του Αγίου Ανδρέα· την ονομάζουν και Σεράι, ίσως για το μέγεθός της.

-Πάρε αυτό, είπε στον μικρό μαθητή, και θα σε βοηθήσει όσο δε φαντάζεσαι.

Λες κι εγώ ήμουν σε θέση να το κάνω, αφού καλά καλά δεν είχα καταλάβει με τί ακριβώς θα ασχοληθώ. Το σίγουρο ήταν ότι άρχιζε για μένα μια καινούργια και συγχρόνως μεγάλη σελίδα, που με έκανε να σκεφθώ αμέσως τον ύμνο του βασιλέα Δαβίδ «… πάντα εν Σοφία εποίησας».

Ήξερα βέβαια πώς κάποια στιγμή θα συναντηθώ με τα χρώματα, ότι θα ανακατευτώ μ’ αυτά· εκείνο που δεν γνώριζα όμως ήταν με ποιο είδος χρωμάτων θα ασχοληθώ και ποια τέχνη θα ακολουθήσω.


Κωνσταντίνος Ξενόπουλος