Μια ιστορία που σιγά-σιγά φαντάζει θρύλος.
1926–2026, ένας αιώνας ολόκληρος, ένας γεμάτος αιώνας με πολλά, άλλα που θυμόμαστε και μας πονάν (προσφυγιές, πόλεμοι, φτώχεια) και άλλα που θυμόμαστε και μας γεμίζουν περηφάνεια και αισιοδοξία (δημιουργία, εξέλιξη, ευημερία).
Η ίδια μας η ζωή δεν ξεχνιέται, δεν σβήνει το παρελθόν, δεν μεταλλάσσεται η αλήθεια.
Άστεγοι, κυνηγημένοι και εξαπατημένοι οι περισσότεροι των προγόνων μας.
Σήμερα, με σπίτια άνετα, τηλεκοντρόλ σε κάθε κομοδίνο, ένα ή δυο αυτοκίνητα στην αυλή.
Τότε, στην πλειονότητα αναλφάβητοι.
Σήμερα, στοιχειωδώς όλοι γνωρίζουμε και γραφή και ανάγνωση ή και ίσως και περισσότερο.
Τότε στο ¨παζάρι¨ του ΄26, στη πολύβουη εικοσιτετράωρη Ζωοεμποροπανήγυρη, στο σχεδόν ακόμα Λιμπάνοβο, βόλτες ατέλειωτες πίσω-μπρος, μέσα στη σκόνη και στο χώμα, ντυμένοι όλοι με τα ¨καλά¨ της εποχής. Έβλεπαν, μιλούσαν και πάλι έβλεπαν και πάλι μόνο μιλούσαν. Μιλούσαν, γελούσαν, γελούσαν δυνατά, έτσι για να φύγει από μέσα τους εκείνο το σφίξιμο που τους προκαλούσε αθόρυβα μα τόσο βασανιστικά η άδεια τσέπη. Οι νύχτες πέρασαν χωρίς νόημα και ιδιαίτερη χαρά, όμως παρόντες στο παζάρι ως και το τελευταίο βράδυ. Λίγες οι μέρες, μόνο εφτά ; παράπονα απ΄ τους τρανούς, κλάμα για τα μικρά παιδιά.
Σήμερα, οι αλλαγές πολλές, αλλά η ουσία παραμένει. Το χρώμα του ανώνυμου πλήθους, η ζέση της πολυκοσμίας, το βουητό της γρήγορης συναλλαγής, η λαχτάρα της απόλαυσης, η επιδίωξη της κοινωνικότητας, ο στόχος της προβολής, η νοσταλγία της αναγνώρισης είναι τα υλικά που μένουν, μένουν ατόφια και αγνά και συνθέτουν το κοινωνικό υπερθέαμα που μοιάζει με Πίνακα μιας ανώνυμης καλλιτεχνικής συλλογικότητας.
Αν και στην διαχείριση κατά καιρούς βρέθηκαν και έμπειροι αλλά και άπειροι, πρέπει να δεχτούμε ότι δεν είχαμε ιδιαίτερα επικίνδυνη διαχείριση. Τα κριτήρια είναι ποιοτικά και όχι απολύτως ποσοτικά. Δεν θα υποστήριζα τακτικές για περισσότερα έσοδα στον ΔΗΜΟ με κίνδυνο την αβεβαιότητα και την μη διασφάλιση συνέχειας της ποιότητας και του λαϊκού χρώματος της παραδοσιακής Εμποροπανήγυρης.
Πολλές οι Κασσάνδρες και τα γυαλιστερά πυροτεχνήματα. Τα ταξίματα και η ασέλγεια των υποσχέσεων από αδίστακτα πολιτικά πρόσωπα έγιναν κατ΄ επανάληψη ανεκτά τόσο από τους ευγενικούς και φιλήσυχους ντόπιους πολίτες όσο και από τους τοπικούς παράγοντες. Γνωρίζαμε ότι κάθε χρόνο στα Εγκαίνια, στο λογύδριο του όποιου επίσημου προσκεκλημένου θα ακουστούν μία ή δυο τερατώδεις υποσχέσεις ενώπιον αγνών ανθρώπων και του Δεσπότη ημών που σεμνά μας ευλόγησε.
Η ειδοποιός λεπτομέρεια για το ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΑΙΓΙΝΙΟΥ εντοπίζεται στη συνεχή προσπάθεια των κατοίκων και των ιθυνόντων και παραγόντων του Δήμου Αιγινίου για να διαφυλαχτεί διαχρονικά και όσο γίνεται πιστά η δραστηριότητα ως Θεσμός. Εφταήμερο σε κατάλληλη χρονική περίοδο, σεβόμενοι και εορτάζοντες την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού. Περίοδος που κάθε χρόνο απαλύνει γλυκά την κούραση από τις βαριές καλοκαιρινές δουλειές. Δεν υπήρξε πρώτος σκοπός να γεμίζουν τα Ταμεία του ΔΗΜΟΥ από περιστασιακές ετήσιες εισπράξεις. Θυσιάστηκαν πολλές φορές έσοδα προς όφελος της υγιούς λειτουργίας του θεσμού. Μπορεί να έχανε σε χρήμα ο ΔΗΜΟΣ αλλά κέρδιζε η Λαϊκή Παράδοση. Κέρδιζαν οι λαϊκές ανάγκες και οι συνήθειες, τα ανεπανάληπτα όνειρα των νηπίων και των παιδιών και των εφήβων και των ενηλίκων και ανθρώπων της τρίτης ηλικίας ακόμη που ποθούσαν να χαρούν, αλλά πιο πολύ το αίσθημα της προγονικής μας συνέχειας.
Στη Νύχτα που θα ρθεις……θα βρεις και θα χαρείς,
ταβέρνες ξεσκέπαστες ή σε πρόχειρες παράγκες με ξύλινους πασσάλους, λαμαρίνες, τσουρταλάδες (κουρελού), γκαζόλαμπες και Λουξ κρεμασμένα εδώ κι εκεί. Καθίσματα ψάθινα ως πολυτέλεια και για τους πολλούς ενιαίο επίμηκες κάθισμα σε ξύλινα μαδέρια σκεπασμένα πρόχειρα με υφαντά ξεχασμένα μιντέρια από το ξεχασμένο σεντούκι. Ένας δίπλα στον άλλον (πραγματικό κοινόβιο), ως τραπεζομάντηλα εφημερίδες, όλα λαδόκολλα, ως δαπανηρή πολυτέλεια φαντάζουν οι χαρτοπετσέτες.
Πάγκοι, παιχνίδια, καραμούζες, καρουζέλ, στρογγυλές μπυραρίες στη σειρά, τσίκνα και καπνός με αυτοσχέδια φουγάρα, φανέλες, παπούτσια, παντελόνια, κάλτσες και αμέτρητα βρακιά, χαλιά και προίκες, τάβλες για πίτες, σφυριά, πριόνια, κατσαβίδια, χαλβάδες, σούβλες και σουβλάκια, κοκορέτσια, λεμονάδες και πορτοκαλάδες παγωμένες στο κουβά, γλυκιά γκαζόζα σα μοσχοβολιά απ΄ τον ¨Τσιντίκ¨ ή τον ¨Τερζή¨, παγωτά χύμα και ξυλάκια, ¨της γριάς το μαλλί¨ άσπρο ή ροζ, λουκουμάδες, χαλβάδες, φιστίκια αλμυρά, στραγάλια μαλακά, τσάντες για το Σχολειό, χαλιά, κουβέρτες, πιάτα, ποτήρια, κορνίζες, κουτάλια, κατσαρόλες, τσάντες χίλιες και ομπρέλες με τη Μαριγώ μπροστά-μπροστά.
Και Ντιζέζες και μπουζούκια, κεμεντζέδες, ζουρνάδες, νταούλια, βιολιά, κλαρίνα με τη Νίτσα Τσίτρα, γραμμόφωνα από παλιά με ρεμπέτικα, ηλεκτρόφωνα με το ¨Πετραδάκι¨ του Νίκου Ξανθόπουλου και το γλυκό κορίτσι ¨Μπαντουβάλα¨ του Καζαντζίδη, παιχνίδια ηλεκτρονικά, μπαράκια στο ημίφως με χίλια-δυο ποτά. Πού να είσαι ¨ΜΕΞΙΚΑΝΑ¨; γύρνα πίσω, πάλι ξανά.
Θέατρα και Καραγκιόζης, Παπατζήδες στη σειρά, Κούνιες και τρενάκια, Παλάντζες Αλυσίδες, συγκρουόμενα πολλά, Θέαμα ¨Γύρος Θανάτου¨, χαρτορίχτρες, μαγικά. Θαύμα ο ¨τυφλός πού βλέπει¨, ο Γορίλας που πεινά, ο Ινδός με χίλια φίδια, το καράβι περπατά.
Μάρμαρα και Νεροχύτες, μηχανήματα πολλά, εργαλεία πιο πολλά, τρακτεράκια, αγροτικά.
Στη Μέρα που ήρθες …..βρήκες και χάρηκες,
άλογα γεροδεμένα, αλογάκια νεαρά, μουλαράκια, γαϊδουράκια, που γροικούν από δουλειά.
Κατσίκες γεννημένες, κατσικάκια, προβατάκια, σκυλιά για το κυνήγι, σκυλιά για το μαντρί. Κάρο τετράτροχο από ξύλο χωρίς σαράκι, παρμάκια βρασμένα, κλημιές με κέντημα σα σαλονίσιο έπιπλο, άιντε και δώρο το καμτσίκι. Καρότσα δίτροχη με σιδερένιους τροχούς και πίσω-καπάκι να κλείνει η καρότσα, άιντε και δώρο το ¨κάτσιμο¨. Συνήθως ζεστός καιρός, ήλιος να καίει στο καταμεσήμερο, κίνηση συνεχής και μια περίεργη αλλά υποφερτή βοή και οχλαγωγία. Ιδιώτες, έμποροι με ¨καβουράκι¨, τσαμπάζηδες με ψάθινο πλεχτό καπέλο, μεσάζοντες, αγοραστές πραγματικοί και απατεώνες ως αβανταδόροι, αγοραπωλησίες, τράμπες, πολλές συμφωνίες, διαφωνίες, μαλώματα και καβγάδες, ευχές και χαρές αλλά και ακραίες βρισιές και ασχήμιες. Ολόγυρα η ατμόσφαιρα αρχίζει να φορτίζει και μέχρι τις τελευταίες μέρες καταντά αφόρητη. Η Ζωοεμποροπανήγυρη έχει ιδιαιτερότητες, τις δικές της χάρες, τις δικές της στιγμές.
Χορτάρια ξεραμένα και τριφύλλι ευωδιαστό,
τα πληρώνω όσο-όσο, με παζάρια κι όσο βρω.
Πέντε πάνω - πέντε κάτω, τράμπα θες ; ή μετρητό ;
αν τα θέλεις όλα τώρα, κόψε κάτι, να χαρώ.
Μη μιλάς εσύ δεν ξέρεις, φύγε τώρα από δω,
μη μιλάς πάνω στο χέρι, δε μου βγαίνει σε καλό.
Δώσε χέρι και συμφώνα, πριν πετάξει το πουλί,
αν στο χέρι πέφτει χρήμα, μη το σκέφτεσαι πολύ.
Είναι αδύνατο, μια σειρά από πολλές και έντονες αναμνήσεις που ίσως να σημάδεψαν βαθιά και κάποιο σημείο της ζωής μας, είναι φύσει αδύνατο να χωρέσουν στο επικοινωνιακό χαρτί. Στη ζωή, τα θέλουμε όλα. Ας διατηρήσουμε όσα μας συγκίνησαν και αγαπήσαμε.
Καλά Παζάρια
Η ίδια μας η ζωή δεν ξεχνιέται, δεν σβήνει το παρελθόν, δεν μεταλλάσσεται η αλήθεια.
Άστεγοι, κυνηγημένοι και εξαπατημένοι οι περισσότεροι των προγόνων μας.
Σήμερα, με σπίτια άνετα, τηλεκοντρόλ σε κάθε κομοδίνο, ένα ή δυο αυτοκίνητα στην αυλή.
Τότε, στην πλειονότητα αναλφάβητοι.
Σήμερα, στοιχειωδώς όλοι γνωρίζουμε και γραφή και ανάγνωση ή και ίσως και περισσότερο.
Τότε στο ¨παζάρι¨ του ΄26, στη πολύβουη εικοσιτετράωρη Ζωοεμποροπανήγυρη, στο σχεδόν ακόμα Λιμπάνοβο, βόλτες ατέλειωτες πίσω-μπρος, μέσα στη σκόνη και στο χώμα, ντυμένοι όλοι με τα ¨καλά¨ της εποχής. Έβλεπαν, μιλούσαν και πάλι έβλεπαν και πάλι μόνο μιλούσαν. Μιλούσαν, γελούσαν, γελούσαν δυνατά, έτσι για να φύγει από μέσα τους εκείνο το σφίξιμο που τους προκαλούσε αθόρυβα μα τόσο βασανιστικά η άδεια τσέπη. Οι νύχτες πέρασαν χωρίς νόημα και ιδιαίτερη χαρά, όμως παρόντες στο παζάρι ως και το τελευταίο βράδυ. Λίγες οι μέρες, μόνο εφτά ; παράπονα απ΄ τους τρανούς, κλάμα για τα μικρά παιδιά.
Σήμερα, οι αλλαγές πολλές, αλλά η ουσία παραμένει. Το χρώμα του ανώνυμου πλήθους, η ζέση της πολυκοσμίας, το βουητό της γρήγορης συναλλαγής, η λαχτάρα της απόλαυσης, η επιδίωξη της κοινωνικότητας, ο στόχος της προβολής, η νοσταλγία της αναγνώρισης είναι τα υλικά που μένουν, μένουν ατόφια και αγνά και συνθέτουν το κοινωνικό υπερθέαμα που μοιάζει με Πίνακα μιας ανώνυμης καλλιτεχνικής συλλογικότητας.
Αν και στην διαχείριση κατά καιρούς βρέθηκαν και έμπειροι αλλά και άπειροι, πρέπει να δεχτούμε ότι δεν είχαμε ιδιαίτερα επικίνδυνη διαχείριση. Τα κριτήρια είναι ποιοτικά και όχι απολύτως ποσοτικά. Δεν θα υποστήριζα τακτικές για περισσότερα έσοδα στον ΔΗΜΟ με κίνδυνο την αβεβαιότητα και την μη διασφάλιση συνέχειας της ποιότητας και του λαϊκού χρώματος της παραδοσιακής Εμποροπανήγυρης.
Πολλές οι Κασσάνδρες και τα γυαλιστερά πυροτεχνήματα. Τα ταξίματα και η ασέλγεια των υποσχέσεων από αδίστακτα πολιτικά πρόσωπα έγιναν κατ΄ επανάληψη ανεκτά τόσο από τους ευγενικούς και φιλήσυχους ντόπιους πολίτες όσο και από τους τοπικούς παράγοντες. Γνωρίζαμε ότι κάθε χρόνο στα Εγκαίνια, στο λογύδριο του όποιου επίσημου προσκεκλημένου θα ακουστούν μία ή δυο τερατώδεις υποσχέσεις ενώπιον αγνών ανθρώπων και του Δεσπότη ημών που σεμνά μας ευλόγησε.
Η ειδοποιός λεπτομέρεια για το ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΑΙΓΙΝΙΟΥ εντοπίζεται στη συνεχή προσπάθεια των κατοίκων και των ιθυνόντων και παραγόντων του Δήμου Αιγινίου για να διαφυλαχτεί διαχρονικά και όσο γίνεται πιστά η δραστηριότητα ως Θεσμός. Εφταήμερο σε κατάλληλη χρονική περίοδο, σεβόμενοι και εορτάζοντες την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού. Περίοδος που κάθε χρόνο απαλύνει γλυκά την κούραση από τις βαριές καλοκαιρινές δουλειές. Δεν υπήρξε πρώτος σκοπός να γεμίζουν τα Ταμεία του ΔΗΜΟΥ από περιστασιακές ετήσιες εισπράξεις. Θυσιάστηκαν πολλές φορές έσοδα προς όφελος της υγιούς λειτουργίας του θεσμού. Μπορεί να έχανε σε χρήμα ο ΔΗΜΟΣ αλλά κέρδιζε η Λαϊκή Παράδοση. Κέρδιζαν οι λαϊκές ανάγκες και οι συνήθειες, τα ανεπανάληπτα όνειρα των νηπίων και των παιδιών και των εφήβων και των ενηλίκων και ανθρώπων της τρίτης ηλικίας ακόμη που ποθούσαν να χαρούν, αλλά πιο πολύ το αίσθημα της προγονικής μας συνέχειας.
Στη Νύχτα που θα ρθεις……θα βρεις και θα χαρείς,
ταβέρνες ξεσκέπαστες ή σε πρόχειρες παράγκες με ξύλινους πασσάλους, λαμαρίνες, τσουρταλάδες (κουρελού), γκαζόλαμπες και Λουξ κρεμασμένα εδώ κι εκεί. Καθίσματα ψάθινα ως πολυτέλεια και για τους πολλούς ενιαίο επίμηκες κάθισμα σε ξύλινα μαδέρια σκεπασμένα πρόχειρα με υφαντά ξεχασμένα μιντέρια από το ξεχασμένο σεντούκι. Ένας δίπλα στον άλλον (πραγματικό κοινόβιο), ως τραπεζομάντηλα εφημερίδες, όλα λαδόκολλα, ως δαπανηρή πολυτέλεια φαντάζουν οι χαρτοπετσέτες.
Πάγκοι, παιχνίδια, καραμούζες, καρουζέλ, στρογγυλές μπυραρίες στη σειρά, τσίκνα και καπνός με αυτοσχέδια φουγάρα, φανέλες, παπούτσια, παντελόνια, κάλτσες και αμέτρητα βρακιά, χαλιά και προίκες, τάβλες για πίτες, σφυριά, πριόνια, κατσαβίδια, χαλβάδες, σούβλες και σουβλάκια, κοκορέτσια, λεμονάδες και πορτοκαλάδες παγωμένες στο κουβά, γλυκιά γκαζόζα σα μοσχοβολιά απ΄ τον ¨Τσιντίκ¨ ή τον ¨Τερζή¨, παγωτά χύμα και ξυλάκια, ¨της γριάς το μαλλί¨ άσπρο ή ροζ, λουκουμάδες, χαλβάδες, φιστίκια αλμυρά, στραγάλια μαλακά, τσάντες για το Σχολειό, χαλιά, κουβέρτες, πιάτα, ποτήρια, κορνίζες, κουτάλια, κατσαρόλες, τσάντες χίλιες και ομπρέλες με τη Μαριγώ μπροστά-μπροστά.
Και Ντιζέζες και μπουζούκια, κεμεντζέδες, ζουρνάδες, νταούλια, βιολιά, κλαρίνα με τη Νίτσα Τσίτρα, γραμμόφωνα από παλιά με ρεμπέτικα, ηλεκτρόφωνα με το ¨Πετραδάκι¨ του Νίκου Ξανθόπουλου και το γλυκό κορίτσι ¨Μπαντουβάλα¨ του Καζαντζίδη, παιχνίδια ηλεκτρονικά, μπαράκια στο ημίφως με χίλια-δυο ποτά. Πού να είσαι ¨ΜΕΞΙΚΑΝΑ¨; γύρνα πίσω, πάλι ξανά.
Θέατρα και Καραγκιόζης, Παπατζήδες στη σειρά, Κούνιες και τρενάκια, Παλάντζες Αλυσίδες, συγκρουόμενα πολλά, Θέαμα ¨Γύρος Θανάτου¨, χαρτορίχτρες, μαγικά. Θαύμα ο ¨τυφλός πού βλέπει¨, ο Γορίλας που πεινά, ο Ινδός με χίλια φίδια, το καράβι περπατά.
Μάρμαρα και Νεροχύτες, μηχανήματα πολλά, εργαλεία πιο πολλά, τρακτεράκια, αγροτικά.
Στη Μέρα που ήρθες …..βρήκες και χάρηκες,
άλογα γεροδεμένα, αλογάκια νεαρά, μουλαράκια, γαϊδουράκια, που γροικούν από δουλειά.
Κατσίκες γεννημένες, κατσικάκια, προβατάκια, σκυλιά για το κυνήγι, σκυλιά για το μαντρί. Κάρο τετράτροχο από ξύλο χωρίς σαράκι, παρμάκια βρασμένα, κλημιές με κέντημα σα σαλονίσιο έπιπλο, άιντε και δώρο το καμτσίκι. Καρότσα δίτροχη με σιδερένιους τροχούς και πίσω-καπάκι να κλείνει η καρότσα, άιντε και δώρο το ¨κάτσιμο¨. Συνήθως ζεστός καιρός, ήλιος να καίει στο καταμεσήμερο, κίνηση συνεχής και μια περίεργη αλλά υποφερτή βοή και οχλαγωγία. Ιδιώτες, έμποροι με ¨καβουράκι¨, τσαμπάζηδες με ψάθινο πλεχτό καπέλο, μεσάζοντες, αγοραστές πραγματικοί και απατεώνες ως αβανταδόροι, αγοραπωλησίες, τράμπες, πολλές συμφωνίες, διαφωνίες, μαλώματα και καβγάδες, ευχές και χαρές αλλά και ακραίες βρισιές και ασχήμιες. Ολόγυρα η ατμόσφαιρα αρχίζει να φορτίζει και μέχρι τις τελευταίες μέρες καταντά αφόρητη. Η Ζωοεμποροπανήγυρη έχει ιδιαιτερότητες, τις δικές της χάρες, τις δικές της στιγμές.
Χορτάρια ξεραμένα και τριφύλλι ευωδιαστό,
τα πληρώνω όσο-όσο, με παζάρια κι όσο βρω.
Πέντε πάνω - πέντε κάτω, τράμπα θες ; ή μετρητό ;
αν τα θέλεις όλα τώρα, κόψε κάτι, να χαρώ.
Μη μιλάς εσύ δεν ξέρεις, φύγε τώρα από δω,
μη μιλάς πάνω στο χέρι, δε μου βγαίνει σε καλό.
Δώσε χέρι και συμφώνα, πριν πετάξει το πουλί,
αν στο χέρι πέφτει χρήμα, μη το σκέφτεσαι πολύ.
Είναι αδύνατο, μια σειρά από πολλές και έντονες αναμνήσεις που ίσως να σημάδεψαν βαθιά και κάποιο σημείο της ζωής μας, είναι φύσει αδύνατο να χωρέσουν στο επικοινωνιακό χαρτί. Στη ζωή, τα θέλουμε όλα. Ας διατηρήσουμε όσα μας συγκίνησαν και αγαπήσαμε.
Καλά Παζάρια
Άγγελος Αγγελίδης
Δημοτικός Σύμβουλος Αιγινίου 1999-2006
Δημοτικός Σύμβουλος Αιγινίου 1999-2006
.jpg)