Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής
Την Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026 (ΙΔ΄ Ματθαίου) διαβάζεται η Παραβολή των Βασιλικών Γάμων από το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (κεφ. 22, στίχοι 1-14)

Το Πρωτότυπο Κείμενο

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· Ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὅστις ἐποίησε γάμους τῷ υἱῷ αὐτοῦ. Καὶ ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ καλέσαι τοὺς κεκλημένους εἰς τοὺς γάμους, καὶ οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν. Πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους λέγων· Εἴπατε τοῖς κεκλημένοις· Ἰδοὺ τὸ ἄριστόν μου ἡτοίμασα, οἱ ταῦροί μου καὶ τὰ σιτιστὰ τεθυμένα, καὶ πάντα ἕτοιμα· δεῦτε εἰς τοὺς γάμους. Οἱ δὲ ἀμελήσαντες ἀπῆλθον, ὁ μὲν εἰς τὸν ἴδιον ἀγρόν, ὁ δὲ εἰς τὴν ἐμπορίαν αὐτοῦ· οἱ δὲ λοιποὶ κρατήσαντες τοὺς δούλους αὐτοῦ ὕβρισαν καὶ ἀπέκτειναν. Ἀκούσας δὲ ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος ὠργίσθη, καὶ πέμψας τὰ στρατεύματα αὐτοῦ ἀπώλεσε τοὺς φονεῖς ἐκείνους καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ἐνέπρησε. Τότε λέγει τοῖς δούλοις αὐτοῦ· Ὁ μὲν γάμος ἕτοιμός ἐστιν, οἱ δὲ κεκλημένοι οὐκ ἦσαν ἄξιοι· πορεύεσθε οὖν ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν, καὶ ὅσους ἐὰν εὕρητε καλέσατε εἰς τοὺς γάμους. Καὶ ἐξελθόντες οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι εἰς τὰς ὁδοὺς συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς τε καὶ ἀγαθούς· καὶ ἐπλήσθη ὁ γάμος ἀνακειμένων. Εἰσελθὼν δὲ ὁ βασιλεὺς θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γάμου, καὶ λέγει αὐτῷ· Ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; Ὁ δὲ ἐφιμώθη. Τότε εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς διακόνοις· Δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἄρατε αὐτὸν καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. Πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί.

Μετάφραση (στη Νεοελληνική)

Είπε ο Κύριος αυτή την παραβολή: «Η βασιλεία των ουρανών μοιάζει με έναν βασιλιά που ετοίμασε τους γάμους του γιου του. Έστειλε τους δούλους του να καλέσουν όσους είχαν προσκληθεί στο τραπέζι, αλλά εκείνοι δεν ήθελαν να έρθουν. Έστειλε πάλι άλλους δούλους λέγοντας: "Πείτε στους προσκεκλημένους: Έχω ετοιμάσει το γεύμα μου, τα μοσχάρια και τα θρεφτά μου ζώα έχουν σφαχτεί και όλα είναι έτοιμα· ελάτε στους γάμους". Αυτοί όμως αδιαφόρησαν και έφυγαν, ο ένας για το χωράφι του κι ο άλλος για το εμπόριό του. Οι υπόλοιποι έπιασαν τους δούλους του, τους κακοποίησαν και τους σκότωσαν. Όταν το άκουσε ο βασιλιάς, οργίστηκε· έστειλε τα στρατεύματά του, εξολόθρευσε εκείνους τους φονιάδες και έκαψε την πόλη τους. Τότε λέει στους δούλους του: "Ο γάμος είναι έτοιμος, αλλά οι προσκεκλημένοι δεν ήταν άξιοι. Πηγαίνετε λοιπόν στα διασταυρώματα των δρόμων και όσους βρείτε καλέστε τους στους γάμους". Βγήκαν λοιπόν οι δούλοι στους δρόμους και συγκέντρωσαν όλους όσους βρήκαν, κακούς και καλούς, και η αίθουσα του γάμου γεμάτη από καλεσμένους. Όταν όμως μπήκε ο βασιλιάς για να δει τους καλεσμένους, είδε εκεί έναν άνθρωπο που δεν ήταν ντυμένος με ένδυμα γάμου. Και του λέει: "Φίλε, πώς μπήκες εδώ χωρίς να φοράς ένδυμα γάμου;". Εκείνος αποστόμωσε και δεν είχε τι να πει. Τότε ο βασιλιάς είπε στους υπηρέτες: "Δέστε του τα χέρια και τα πόδια, πάρτε τον και ρίξτε τον στο σκοτάδι το εξώτερο· εκεί θα είναι ο κλαυθμός και το τρίξιμο των δοντιών". Διότι πολλοί είναι οι καλεσμένοι, αλλά λίγοι οι εκλεκτοί».