Τρίτη, 21 Ιουλίου 2015

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ .... Της Φωτεινής Μπόχτη.

Την προηγούμενη φορά που πέρασε κάτω από το σπίτι μου αυτός ο μαυρούλης με το αγροτικό τίγκα στα καρπούζια, μα το Θεό ταξίδεψα ..
Κι εκεί που ήμουν αραχτή στην πολυθρόνα μου στο μπαλκόνι πίνοντας μια Πίνα Κολάντα, κι είχα βάλει -θυμάμαι- και άκουγα τον Μάνο Χατζιδάκη με τον  Κεμάλ του, να ,πως πήγα πίσω στον χρόνο και βρέθηκα πάνω στο χωριό ούτε που το κατάλαβα.....

Και με είδα να τρέχω πάλι με εκείνα τα πλαστικά παπούτσια στις καυτές πέτρες και στα ξερά φύλλα από πουρνάρια . Μύρισα το χώμα που είχε ξεραθεί από την ζέστη και είδα τις ράθυμες χελώνες να τραβούν αργά-αργά για τις φωλιές τους . Τα μεσημέρια στο χωριό ήταν βαριά και κυλούσαν σαν αργή λάβα πάνω στις άσπρες πέτρες . Τα τζιτζίκια κάναν πάρτυ και όσο περισσότερο έκαιγε ο ήλιος, τόσο εκείνα ξελαρυγγιάζονταν ...
Καμιά φορά ακουγόταν από μακριά κανένα ετοιμόροπο αργοτικό να καταφτάνει μέσα στην ζέστη, και το χωριό ξυπνούσε . Τα καρπούζια χτυπούσαν μαλακά πάνω στην καρότσα και το μεγάφωνο ούρλιαζε κανένα λαικό του Αγγελόπουλου και ξαφνικά τόκοβε ο οδηγός και ακούγονταν η φωνή του να προμοτάρει τα γλυκά σαν μέλι καρπούζια του, που έκαναν 5 δραχμές το κιλό...'ελάτε και μην πάρετε'.....

Και έβγαινε η γιαγιά μου στην αυλή έξω και έβαζε το χέρι στο μέτωπο να κάνει σκιά, να δει καλύτερα το αγροτικό και την πραμάτεια του . Όχι, δεν την ένοιαζε η ποιότητα του καρπουζιού- σιγά, καρπούζι είναι, όσο νάναι γλυκό θα έβγαινε, εξάλλου θα το δοκιμάζαμε με το μαχαίρι - την ένοιαζε να δει καλά την γύφτισσα !
Την ένοιαζε που κάθονταν η γύφτισσα, α όλα κι όλα, η γιαγιά μου καρπούζι από τέτοιες που κάθονταν όπου κι όπου , δεν αγόραζε ...
 Πολλές φορές πάνω στις τιγκαρισμένες καρότσες, να εκεί πάνω στην κορυφή από τα καρπούζια, έβλεπες να κάθεται αδιάφορη και πλουμιστή, η γυναίκα του οδηγού, με την μακριά της φούστα απλωμένη φαρδιά φαρδιά πάνω τους, πολλές φορές η φούστα ήταν τόσο φαρδιά που κάλυπτε τα μισά καρπούζια...!
 Κι όσο εγώ την κοιτούσα με δέος κι αναρωτιόμουν πως τα καταφέρνει και στηρίζεται εκεί πάνω και δεν κατρακυλάει μαζί με τα καρπούζια της , τόσο την κοιτούσε κι η γιαγιά μου με δέος κι αναρωτιόταν με την σειρά της τι στο καλό φοράει αυτή η γυναίκα κάτω από την φαρδιά της φούστα . Και δεν υπήρχε κανένας τρόπος να την πείσουμε να αγοράσει από αυτήν καρπούζι !
Εγώ να φάω καρπούζι που πάνω του κάθεται ξεβράκωτη η γύφτισσα, ποτέ , μας έλεγε με τρομαγμένο βλέμμα, λες και θα της το ταίζαμε με το ζόρι !
Βρε γιαγιά, θα το πλύνουμε, της έλεγα μία ....
Βρε γιαγιά, το μέσα θα φάμε, της έλεγα δύο...
Βρε γιαγιά, μόνο εγώ και ο παππούς θα φάμε, της έλεγα τρεις...
Και κάπου εκεί πετάγονταν ο παππούς και έτρεχε και αγόραζε ένα...και το έπαιρνε η γιαγιά και τούριχνε κουβάδες τα ζεστά νερά, μόνο στον κλίβανο που δεν τόβαζε.
Και το ακουμπούσε κάτω και τόκοβε ο παππούς με τον σουγιά που είχε πάντα στην τσέπη του . Όσο και να τόθελε η γιαγιά, καρπούζι τέτοιο 'μολυσμένο' δεν έβαζε στο στόμα της !
Φάτε, φάτε μας έλεγε, κι άπε ούτε γιατρός δεν θα σας πιάνει με τα χέρια !
Αλλά παραδόξος, παρόλο που ήμουν σίγουρη για το αντίθετο, δεν πάθαμε ποτέ τίποτα .
Και παραδόξος, όσα αγροτικά με καρπούζια κι αν περνάνε τώρα κάτω από το σπίτι μου κι όσο κι αν τα κοιτάζω, ούτε ένα δεν έχει καμιά γυναίκα με πλουμιστή φούστα πάνω στα καρπούζια !

Λέτε τελικά όντως να είχε δίκιο η γιαγιά μου ?