Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2026

Για την ελληνική εποποιία του 1940 – 1941

Για την ελληνική εποποιία του 1940 – 1941
Γράφει ο Παναγιώτης Γ. Αλεκάκης, Διδάκτωρ Ιστορικού – Αρχαιολογικού Α.Π.Θ.

Η εκστρατεία του 1940-41 είναι από μόνη της πολύ πλούσια σε περιεχόμενο, για να χρειάζεται τη συμπλήρωση της σκηνοθεσίας, ωστόσο αυτό «το Έπος», όπως τη λέμε όλοι, αδικήθηκε από το πλήθος των μετέπειτα γεγονότων και την πλησμονή των βιωμάτων: Κατοχή, Αντίσταση, Κίνημα του Δεκέμβρη, τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, το ξύπνημα ενός νέου κόσμου, δηλαδή του κόσμου της πυρηνικής εποχής, ήρθαν να κατακαλύψουν το ηρωικό Έπος στο μέτωπο της Αλβανίας.

Εμείς βέβαια οι σημερινοί ιστορικοί οφείλουμε κατά καιρούς να κάνουμε ό,τι μπορούμε, προκειμένου να μάθουν τα παιδιά των Ελλήνων ότι η ελευθερία είναι πάθος ιερό και ότι οι πρόγονοί μας έδωσαν γι’ άλλη μια φορά τη μάχη σε αυτό εδώ το χώμα, που μας έχει θρέψει. Για να μάθουν ότι ένα έθνος, άξιο να ζήσει, χαλυβδώνεται, ωριμάζει μέσα στον αγώνα. Ότι η ιταλική επίθεση και εισβολή στην Ελλάδα το φθινόπωρο του 1940 μπορεί να θεωρηθεί ένα περιστατικό που, ενώ ξεκινά από πρόθεση ταπεινή και κακόβουλη, μετουσιώνεται χάρη στο πνεύμα της Ιστορίας και γίνεται πηγή φρονήματος, πηγή ζωής. Για να αντιληφθούν οι νέοι μας σήμερα ότι κάποτε ένας δυνατός μπορεί να ταπεινώνεται από τις ίδιες του τις μεθόδους και πράξεις.

Ο ερευνητής της νεότερης Ιστορίας με έκπληξη διαπιστώνει σήμερα ότι από τις αρχές του εικοστού κιόλας αιώνα είχαν φανεί οι εχθρικές προθέσεις που έτρεφε απέναντι στην Ελλάδα η Μεγάλη Δύναμη της Αδριατικής: η κατάληψη της Δωδεκανήσου με πρόσχημα την απελευθέρωσή της, η σταδιακή πολιτική διείσδυση στην Αλβανία ως προγεφύρωμα για μελλοντική δράση της στη Βαλκανική, η διεκδίκηση της Σμύρνης χωρίς να έχει κάποιο δικαίωμα στην εκεί περιοχή, ο βομβαρδισμός της ανοχύρωτης Κέρκυρας ως αντίποινα ενός εγκλήματος που είχαν διαπράξει οι ίδιοι οι Ιταλοί. Είναι οι πιο θεαματικοί σταθμοί μιας σειράς από χαρακτηριστικές ενέργειες που εκδήλωναν τις βλέψεις της τότε ιταλικής πολιτικής μέσα στον εθνικό ελληνικό χώρο.

O Mουσολίνι, μεθυσμένος από μεγαλαυχία, θα αποπειραθεί να δώσει έκφραση σε όνειρο παλαιότερο: την ανασύσταση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ή τουλάχιστον της ενετικής θαλασσοκρατορίας. Το 1922 έλεγε σε ένα σωματοφύλακά του: «Πριν πεθάνω βλέπω να σχεδιάζεται πάνω στο γαλανό ιταλικό ουρανό μια αναγεννώμενη αυτοκρατορία των Καισάρων». Υπάρχουν δυστυχώς σε αυτόν τον κόσμο αρχηγοί λαών, που δεν έχουν καταλάβει ότι η Ιστορία δεν αντιγράφεται, αντίθετα ότι δημιουργείται και πάντοτε με νέους όρους, νέα δεδομένα και πεπρωμένα. Ο Μουσολίνι είχε πιστέψει ότι το θράσος μπορεί να αφοπλίσει την αξιοπρέπεια και η υποκρισία να αφανίσει τη δίψα της ελευθερίας. Και αυτά απέναντι σε έναν λαό που, σε βάθος πέντε χιλιάδων χρόνων και ίσαμε το πρόσφατο παρελθόν, δεν έχει πάψει να δίνει ματωμένα πειστήρια του πάθους του για ανεξαρτησία.

Επί ενάμισι έτος η φασιστική Ιταλία του Μουσολίνι θα καταβάλει κάθε προσπάθεια, προκειμένου να συγκαλύψει τις επεκτατικές της προθέσεις και να αποκοιμίσει τον μικρό της αντίπαλο, την Ελλάδα. Σε κάθε αμερόληπτο μελετητή της Ιστορίας φέρνουν ντροπή οι περιστροφές, οι δολιχοδρομίες, οι δραστήριοι διπλωματικοί ελιγμοί, οι παλινωδίες και οι αυτοδιαψεύσεις της κυβέρνησης Μουσολίνι. Εδώ αναφέρουμε τούτο μόνο: ο Ιταλός επιτετραμμένος την άνοιξη του 1939 τρεις φορές πηγαίνει να βρει τον Έλληνα πρεσβευτή στο Λονδίνο, προκειμένου να τον διαβεβαιώσει κατηγορηματικά για την αγνότητα των ιταλικών προθέσεων.

Στις 14 Απριλίου του ίδιου έτους από την αγγλική και γαλλική πλευρά δίνονταν εγγυήσεις για την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία της Ελλάδας σε αγορεύσεις ή δηλώσεις των πρωθυπουργών Τσάμπερλαιν και Νταλαντιέ. Σήμερα κρίνοντας με την πείρα και την απόσταση του ιστορικού χρόνου, αντιλαμβανόμαστε ότι οι δηλώσεις τους ήταν συναισθηματικά παρήγορες και ότι είχαν ακαδημαϊκή σημασία στην ουσία. Πρόκειται για τις γνωστές σε τέτοιες περιστάσεις προσπάθειες να αντιζυγιαστεί με λόγια εντυπωσιακά και με αόριστες επαγγελίες το βάρος μιας απειλής. Ωστόσο στην ελληνική συνείδηση θα προκαλούσε την περίσκεψη και αυστηρή περισυλλογή, που θα γινόταν, όταν σήμανε η ώρα, το ψυχολογικό υπόβαθρο της νίκης.

Στις 17 Σεπτεμβρίου 1939 ο πρεσβευτής Γκράτσι επέδιδε στον πρωθυπουργό της Ελλάδας ανακοίνωση που έφερνε από τη Ρώμη και που δηλωνόταν ότι: «Η Ιταλία έχει ήδη δηλώσει ότι δεν προτίθεται να αναλάβει ουδεμίαν πρωτοβουλίαν στρατιωτικών επιχειρήσεων. Η απόφασις αύτη του Υπουργικού Συμβουλίου, ήτις ισχύει εν γένει, ισχύει ειδικώς έναντι της Ελλάδος…». Περί τους τρεις μήνες αργότερα ο Μουσολίνι έγραφε στον Χίτλερ: «Δι’ αυτόν τον λόγον πρέπει να κυριεύσωμεν ολόκληρον την περιοχήν του Δουνάβεως και τα Βαλκάνια… πρέπει να καταλάβωμεν τα εδάφη των και να τα χρησιμοποιήσωμεν δια την προμήθειαν των απαραιτήτων τροφίμων και πολεμικών βιομηχανικών εφοδίων.»

Στην ελληνική κοινή γνώμη αργότερα δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι ο Χίτλερ ήταν ξένος προς την ιταλική επιβουλή και ότι, αν μπορούσε, θα την είχε εμποδίσει. Η αλήθεια είναι διαφορετική. Οι Γερμανοί είχαν προσπαθήσει να πείσουν την Ιταλία να επιτεθεί κατά της Ελλάδος, τη στιγμή ακριβώς που εκείνοι θα έκαναν έναρξη χειρών αδίκων κατά της Πολωνίας (1η Σεπτεμβρίου 1939). Στην Αθήνα επισήμως πια η Γερμανία κατέβαλλε προσπάθειες να αποκοιμίσει την Ελλάδα, όταν τον Ιανουάριο του 1940 ο Στρατιωτικός Ακόλουθός της πληροφορούσε τον Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου μας ότι είναι εξουσιοδοτημένος να του δηλώσει ότι «επέκτασις του πολέμου εις την Βαλκανικήν, πρωτοβουλία (σε Δοτική = με πρωτοβουλία) της Γερμανίας, αποκλείεται τελείως».

Και προκαλείται στον κάθε άνθρωπο, τον μη εξοικειωμένο με τις μεθόδους της διπλωματίας, η εύλογη απορία: γιατί τόση υποκρισία; Γιατί τόση προσπάθεια δύο πανίσχυρων κρατών να εξαπατήσουν τη μικρή Ελλάδα; Μόνο και μόνο για να συγκαλύψουν τις γενικότερες προθέσεις τους ή μήπως η τακτική αυτή είναι η καθιερωμένη σε τέτοιες περιστάσεις; Μήπως αποτελεί απλώς ρεαλιστική διαχείριση συμφερόντων, οπότε έχει εξασφαλίσει και ένα είδος πολιτικού αναμάρτητου;

Πέρα από όλα αυτά υπάρχει και κάτι άλλο: καθεστώτα με κοσμοθεωρία θεμελιωμένη σε προφητικούς ισχυρισμούς, που ενσαρκώνονται σε βουλιμίες ιμπεριαλιστικές, πιστεύουν ότι γι’ αυτά ισχύει άλλη ηθική και άλλος κώδικας τιμής από ό,τι για τον υπόλοιπο κόσμο. Με τυφλή πίστη στην επιθετική και ναρκισσιστική υπεροχή τους, με σκέψη έμμονη/ψύχωση τον στόχο που έχουν τάξει στον εαυτό τους, δημιουργούν γύρω τους ένα δηλητηριασμένο κλίμα, έναν ιδιότυπο πολιτικό μυστικισμό. Πείθουν πρώτα τα στελέχη τους, έπειτα τον όχλο που άγεται και φέρεται πως είναι φορείς μιας ανώτερης τάχα ιστορικής εντολής. Με γνώμονα στο εξής το εξημμένο τούτο όραμα κρίνουν συνοπτικά, αποφασίζουν αδίστακτα και επιχειρούν τα πάντα. Κάθε μέσο τους γίνεται πρόσφορο για την εκπλήρωση της «αποστολής» τους, γιατί υποτίθεται ότι εξαγνίζονται από αυτήν. Ο Χίτλερ πίστευε ότι είναι εντεταλμένος να κρατήσει το σπαθί της ιερής γερμανικής Δίκης κατά του πνεύματος της Συνθήκης των Βερσαλλιών, που είχε επισφραγίσει την ήττα της πατρίδας του στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Μουσολίνι ότι είναι ο παράκλητος, ο Μεσσίας της Ιταλίας, ο διάδοχος των Καισάρων.

Στο σημείο αυτό μπορούμε να κάνουμε πιο αναλυτική αναφορά στο ιστορικό εύδρομο του ελληνικού Στόλου «Έλλη», ο τορπιλισμός της οποίας αποδεικνύει πια την τακτική της υποκρισίας της Ιταλίας του Μπενίτο Μουσολίνι και της πρόθεσής τους για εξαπάτηση της μικρής Ελλάδας.

Ανέτειλε η 15η Αυγούστου του 1940 και πλήθη προσκυνητών κατακλύζουν τη λευκοντυμένη Τήνο για τη γιορτή της Παναγίας. Στον όρμο του νησιού έχει φτάσει από τα ξημερώματα η «Έλλη», για να απονείμει τις καθιερωμένες τιμές. Σημαιοστολισμένη και κυματίζουν τα χρώματα του έθνους πλάι στον θρησκευτικό πανηγυρισμό. Είναι οκτώμισι η ώρα, όταν κρότος τρομαχτικός συγκλονίζει το πλοίο και το νησί ολόκληρο. Μαύροι καπνοί τριγυρίζουν την «Έλλη», που χτυπημένη κατάσαρκα, στα ύφαλά της, από εχθρό κρυμμένο, αρχίζει να γέρνει. Δύο ακόμη τορπίλες σκάζουν με φοβερό πάταγο, η μια σε ξέρα κοντά στο φανό του νησιού, η άλλη στον κυματοθραύστη. Ο λαός, οι προσκυνητές, στην παραλία και στο δρόμο που ανηφορίζει προς την εκκλησία, είναι έντρομοι και αναστατωμένοι. Το πλήρωμα του πλοίου άδικα αγωνιζόταν να το ρυμουλκήσει και να το φέρει σε μέρος αβαθές, για να το σώσει. Στις 9.50΄ π.μ. η «Έλλη» δεν υπήρχε πια. Είχε βουλιάξει μέσα σε φλόγες.

Ποιος έκανε το έγκλημα; Καμιά ελληνική ψυχή δεν αμφιβάλλει. Η πράξη έχει αποτυπωμένη την ταυτότητά της. Η έρευνα που έγινε την επόμενη μέρα στο βυθό του όρμου έφερε στο φως το τσακισμένο επισκεπτήριο του εγκληματία: κομμάτια από τις τορπίλες, που είχαν πάνω τους αριθμό μητρώου και στοιχεία ιταλικά. Κι όμως η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να μη μιλήσει, να μη φανερώσει την αλήθεια, για να αποφύγει κάθε προστριβή. Μόνο στις 30 Οκτωβρίου, αφού είχε αρχίσει πια ο πόλεμος, η κυβέρνηση έκαμε γνωστή την αλήθεια. Ο παγκόσμιος Τύπος στιγματίζει την πράξη και ο θόρυβος που ξεσηκώνεται διεθνώς είναι τόσος, που οι Ιταλοί τα χάνουν, δειλιάζουν, αγωνίζονται να φανούν ανυποψίαστοι, αθώοι και σοφίζονται να ενοχοποιήσουν την Αγγλία. Όμως, από εκείνη τη στιγμή η ελληνική συνείδηση έχει διαφωτιστεί αρκετά. Η ιερόσυλη τούτη πράξη στο νησί της Θεοτόκου, που εγκαινίασε συμβολικά την επίθεση κατά των Ελλήνων, θα κατασταλάξει μέσα στην ψυχή του ελληνικού λαού και θα τη βοηθήσει να ωριμάσει με γοργούς ρυθμούς μέσα στους επόμενους δυόμισι μήνες για τον ιερό αγώνα που ετοιμαζόταν. Είναι πολύ πιθανό να το είχε νιώσει ο πρεσβευτής της Ιταλίας Γκράτσι, ο οποίος θα γράψει στα Απομνημονεύματά του: «Το έγκλημα της Τήνου είχε γι’ αποτέλεσμα, για να μην πω έκαμε το θαύμα να δημιουργηθεί σε όλη την Ελλάδα μια απόλυτη ενότητα ψυχών. Μοναρχικοί και βενιζελικοί, οπαδοί και αντίπαλοι της 4ης Αυγούστου πείστηκαν πως έναν μόνο αδυσώπητο εχθρό είχε η Ελλάδα: την Ιταλία.

Την ίδια μέρα στις 6 το απόγευμα δύο ιταλικά βομβαρδιστικά αεροπλάνα έριξαν βόμβες πάνω στο ατμόπλοιο «Φρίντων» στα Μάλια της Κρήτης, χωρίς αποτέλεσμα βέβαια..

Στο μεταξύ στις 22 Οκτωβρίου ο Τσιάνο στο Υπουργείο Εξωτερικών της Ρώμης αρχίζει να συντάσσει το τελεσίγραφο που πρόκειται να επιδοθεί στην ελληνική κυβέρνηση τη νύχτα της 27ης προς την 28η. Ο Έλληνας πρεσβευτής στη Ρώμη πολύ καλά πληροφορημένος τηλεγραφούσε στις 23 Οκτωβρίου για την ενέργεια εναντίον της Ελλάδας που προετοιμαζόταν. Προς έκπληξη όλων ο πρεσβευτής Γκράτσι θα έπαιζε το τελευταίο και πιο γραφικό μέρος του ρόλου του: με την ευκαιρία που το Εθνικό Θέατρο θα ανέβαζε στην Αθήνα το μελόδραμα του Τζάκομο Πουτσίνι «Μαντάμ Μπατερφλάυ», ο Ιταλός πρεσβευτής είχε προτείνει να κληθεί ο γιος του διάσημου συνθέτη να παρακολουθήσει την πρώτη επίσημη παράσταση. Θα ήταν, καθώς έλεγε, μια ευκαιρία να αναθερμανθούν οι σχέσεις των δύο λαών στο καλλιτεχνικό και στο κοινωνικό επίπεδο. Την επομένη δόθηκε και δεξίωση στην ιταλική πρεσβεία με προσκεκλημένους την τότε γνωστή αθηναϊκή κοινωνία και την ελληνική κυβέρνηση, η οποία όμως, ως εικός, δεν παρέστη. Πάνω στο μεγάλο τραπέζι είχαν τοποθετηθεί οι δύο σημαίες των δύο εθνών, την ίδια ώρα που οι γραμματείς της ιταλικής πρεσβείας αποκρυπτογραφούσαν το τελεσίγραφο προς την Ελλάδα, που έφτανε κατά δόσεις σε τέσσερα μακροσκελή τηλεγραφήματα. Ο Γκράτσι έπρεπε να το επιδώσει στον Έλληνα πρωθυπουργό, δίχως ειδοποίηση, στις 3 τα χαράματα της 28ης Οκτωβρίου.

Στο σημείο αυτό είναι απαραίτητο να αναφέρουμε τις στρατιωτικές δυνάμεις και τα εξοπλιστικά μέσα των δύο κρατών. Οι ελληνικές δυνάμεις στα αλβανικά σύνορα ήταν συγκροτημένες σε 39 τάγματα πεζικού και 40 πυροβολαρχίες διαφόρων διαμετρημάτων και συνολικά είχαν 35.000 άνδρες. Οι Ιταλοί είχαν 59 τάγματα πεζικού, 135 πυροβολαρχίες και 23 από αυτές ήταν βαρέος τύπου, 150 άρματα μάχης, 18 ίλες ιππικού, 6 τάγματα όλμων και 1 πολυβόλων και συνολικά διέθεταν 100.000 άνδρες. Η ιταλική υπεροχή ήταν συντριπτική στην αεροπορία. Διέθεταν 400 αεροπλάνα πρώτης γραμμής απέναντι σε 140 ελληνικά, τα οποία βρίσκονταν απλώς σε καλή κατάσταση.

Ας δούμε και τη διαμόρφωση του εδάφους στο θέατρο επιχειρήσεων. Είχε πλάτος 240 χιλιόμετρα. Από την ελληνική πλευρά, ορεινό, δύσβατο, με απότομες πλαγιές, στενές κοιλάδες και χωρίς συγκοινωνιακές αρτηρίες, οπότε η μεταφορά δυνάμεων από τη μια πτέρυγα του μετώπου στην άλλη παρουσίαζε εξαιρετικές δυσχέρειες. Από την πλευρά των Ιταλών, η μεγάλη αμαξιτή αρτηρία από το Λεσκοβίκι στην Κορυτσά διευκόλυνε τις μετακινήσεις τους. Ας σημειωθεί ότι οι δύο μοναδικές αρτηρίες για την άνοδο των Ελλήνων προς το μέτωπο, αμέσως μετά την έναρξη του πολέμου, θα βρίσκονταν κάτω από τον έλεγχο της ισχυρότατης ιταλικής αεροπορίας.

Με βάση αυτά τα δεδομένα ο στρατηγός Βισκόντι Πράσκα, ο ανώτατος Διοικητής των ιταλικών δυνάμεων στην Αλβανία, από τους πιο διακεκριμένους αξιωματικούς της Ιταλίας, πρώην Αρχηγός του Επιτελείου του στρατάρχη Μπαντόλιο, θεωρητικός του κεραυνοβόλου πολέμου, είχε καταστρώσει το σχέδιο των επιχειρήσεων. Προέβλεπε στο πεδίο της Δυτικής Μακεδονίας στάση ενεργητικά αμυντική και στην Ήπειρο ισχυρότατη αιφνιδιαστική επίθεση στην κατεύθυνση Καλπάκι - Ιωάννινα – Πρέβεζα. Προέβλεπε και επικουρικές ενέργειες προς την κατεύθυνση Λεσκοβίκι – Σαμαρίνα – Μέτσοβο και κατά μήκος της ακτής της Ηπείρου. Σε δεύτερη φάση προς Θεσσαλονίκη και Αθήνα.

Ο στρατηγός Σοντού, Υπουργός των Στρατιωτικών, είχε διαβεβαιώσει τον Μουσολίνι ότι τα ιταλικά στρατεύματα θα χρειάζονταν μόνο μια εβδομάδα για να φτάσουν στα Ιωάννινα και 15 με 20 μέρες το πολύ μέχρι την Πρέβεζα. Η προέλαση προς τη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα θα ακολουθούσε αμέσως μετά.

Ο Βισκόντι Πράσκα, θύμα της επηρμένης αισιοδοξίας του και της ψυχολογίας του καθεστώτος που διακονούσε, είχε υποτιμήσει τον αντίπαλό του. Είχε λησμονήσει ότι σε μια δυναμική αναμέτρηση λαών δεν αγωνίζονται μόνο μηχανικά μέσα και αριθμός στρατευμάτων. Αγωνίζονται και ψυχές με την ποιότητά τους, με το φρόνημά τους και όλο το ηθικό τους υπόβαθρο. Οι Έλληνες του 1940 μπορεί να ήταν λιγοστοί, φτωχοί, ανέτοιμοι, είχαν όμως να υπερασπίσουν μια υψηλή ιδέα, το έσχατο αγαθό του ανθρώπου: την ελευθερία του. Πλάι σε αυτή την πατροπαράδοτη ελληνική ιδεολογία δημιουργήθηκε το ειδικό ψυχολογικό κλίμα της μεγάλης εκείνης στιγμής.

Οι Ιταλοί του φασιστικού καθεστώτος είχαν να πολεμήσουν για ένα αυθαίρετο πλεόνασμα: την ιταμή αξίωση μιας ηγεμονίας, που δεν την δικαίωνε τίποτα. Πλην των οργανωμένων σε τάγματα πραιτοριανών, τους γνωστούς μελανοχίτωνες, και εκτός από τους κάθε λογής θερμοκέφαλους οπαδούς του Ντούτσε, οι υπόλοιποι στρατιώτες του Πράσκα ένιωθαν βαθιά μέσα τους ότι είναι στρατιώτες σε μια υπόθεση άδικη και άνιση ως την ανανδρία. Αν πολέμησαν, πολέμησαν γιατί την ώρα της μάχης παίζεται η ζωή και ξυπνάνε μέσα στα άτομα οι αρχέγονες δυνάμεις της επιβίωσης. Και στις 3 τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου ο Γκράτσι έδωσε το τελεσίγραφο, που απαιτούσε να μπουν στην Ελλάδα τα ιταλικά στρατεύματα και να καταλάβουν στρατηγικά της σημεία… Αν συναντήσουν αντίσταση, α αντίδραση αυτή «θα καμφθή δια των όπλων» και τότε απάντησε ο Μεταξάς: “Alors, c’ est la guerre”. Στις 5.30΄, πριν την εκπνοή της προθεσμίας, οι Ιταλοί άρχισαν την επίθεσή τους σε όλο το πλάτος του αλβανικού μετώπου. Έξω ξημέρωνε η 28η Οκτωβρίου και την Αθήνα στις 6 την ξύπνησαν οι σειρήνες της αντιαεροπορικής άμυνας. Οι άνθρωποι ξυπνούσαν ξαφνιασμένοι και ρωτούσαν τους πρώτους περαστικούς. Όμως στις ομάδες που πύκνωναν και ξεκινούσαν για το κέντρο δεν ξεχώριζες ταραχή ή αγωνία. Μια διάθεση ευφορίας και κέφι ξεσήκωναν τις ψυχές, στα μάτια των ανθρώπων έφεγγε ένα χαρούμενο ξάφνιασμα, σάμπως όλος αυτός ο κόσμος να μάθαινε αίφνης ότι έχει μέσα του κρυμμένα νιάτα. Κι ο καθένας ένιωθε να ξυπνάει μέσα του μια επίγνωση ότι τρεις χιλιάδες χρόνια τον καλούν να τα δικαιώσει. Η Ιστορία γινόταν πράξη ζωής. Η εκλογή της Μοίρας ήταν βαριά, αλλά για τούτο και η τιμή πολύ μεγάλη. Παντού στο εξωτερικό ένα πράγμα έκανε μεγάλη εντύπωση: η Ελλάδα αντιστεκόταν, πολεμούσε. Με πείσμα. Ένα κράτος μικρό στην άκρη της Βαλκανικής ορθώθηκε αποφασισμένο να υπερασπίσει τα ιερά του. Η ψυχική του δύναμη συγκινούσε.