Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

Η αλυσίδα. Της Φωτεινής Μπόχτη.

Περπάτησα αρκετά εκείνη την μέρα στον Βόλο .
Στην αρχή πέρασα από το Μουσείο της πόλης , είχε και μια ομιλία το απόγευμα, με κάλεσαν να πάω, δεν πήγα...
Πέρασα και από την Βιολογική Λαϊκή ,τριγύρισα λίγο ανάμεσα στους πάγκους, ήθελα να τα πάρω όλα μα που θα τα πήγαινα, εγώ βγήκα το πρωί της Κυριακής μόνο για καφέ και περπάτημα, να περπατάω στην παραλία με τα μαρούλια από την λαϊκή δεν γίνεται !
Δίπλα στην Λαϊκή, ήταν οι βάρκες,καμιά 20αριά θάταν σίγουρα, ότι είχε πιάσει ο καθένας το πούλαγε .


Είδα έναν παππού με κάτι γομάρια κουτσουμούρες που σπαρτάραγαν :
σε 2 πράγματα δεν μπορώ να αντισταθώ, το ένα είναι οι κουτσουμούρες ! Πόσο θα μου τις δώσεις όλες, τον ρώτησα. Ομορφούλα, έτσι γιουβέτσι, 1.800 γραμμάρια είναι όλες, 17 ευρώ το κιλό για σένα, 3 το λάδι 3 το ξύδι, πάρτες όλες 20 ευρώ , μου είπε ο παππούς και μούκλεισε το μάτι .
Έβαλα λοιπόν τις κουτσουμούρες μέσα στην τσάντα την Gucci, σε διπλή πλαστική σακούλα παρακαλώ και πήγα για καφέ στην παραλία .
Καλά είναι να πίνεις και κανέναν καφέ μόνη, πολύ καλά μάλιστα μερικές φορές να μην έχεις κανέναν, αρκεί να σου κάνει παιχνίδια η θάλασσα και ο ήλιος και εσύ να τα ανταποδίδεις...οι κουτσουμούρες σιωπηλές , μούκαναν καλή παρέα...
Και έτσι όπως ήταν υπέροχη η παραλία του Βόλου, και οι κυρίες με τα καλά τους και χτενισμένες άρχισαν να περπατάνε χαλαρά πάνω κάτω, κρατώντας αγκαζέ και από έναν φαλακρό παππού με σακάκι που μύριζε ναφθαλίνη, αποφάσισα να χαθώ στα στενά, με την μουσική από την μπάντα που έπαιζε στην παραλία να χάνεται σιγά σιγά από τα αυτιά μου.....
Και εκεί ανάμεσα από τα μεγάλα πολυκαταστήματα , σε μια πόλη αρχοντική που χάνεται, εκεί ανάμεσα από τα βουνά των οικολογικών κάδων με τις πεταμένες συσκευασίες των πλυντηρίων, των καινούργιων φοιτητών, κάπου εκεί το είδα εκείνο το αρχοντικό εγκαταλελειμμένο σπίτι .
Και ήταν σαν να μου μίλησε από την αρχή, κοίτα τι όμορφο που είμαι, μου έλεγε με παράπονο..κοίτα πως με εγκατέλειψαν συνέχισε..
Άρχισα να το πλησιάζω δειλά, σαν ένας άνθρωπος που βλέπει από μακριά έναν φίλο που έχει να δει χρόνια, έναν φίλο λεβέντη αλλά καραβοτσακισμένο, που κάτι άσχημο του έχει κάνει η ζωή, αλλά δεν τα κατάφερε να τον ρίξει κάτω .
Η αρχοντιά αυτού του σπιτιού ήταν το πρώτο πράγμα που έβλεπες...το δεύτερο ήταν η εγκατάλειψη...
Γιατί να αφήσει κάποιος ένα τέτοιο στολίδι έτσι μόνο του, σαν να αφήνει μια γυναίκα καλλονή μεν, που όμως ποτέ δεν αγαπήθηκε...
Γιατί να εγκαταλείψει κάποιος ένα τέτοιο σπίτι ?
Άρχισα να πλησιάζω , να το παρατηρώ καλύτερα :ήταν ένα υπέροχο δυόροφο αρχοντικό, κλεισμένο γύρω γύρω με σκαλισμένα γκρι κάγκελα .
Μια εξωτερική πόρτα μανταλωμένη, στο ίδιο ύφος με τα κάγκελα το προστάτευε από τους εισβολείς .
Ο κήπος μέσα, ήταν παρατημένος, ένας ακούρευτος κήπος από δεκαετίες, ο φοίνικας, έκανε ότι έκανε από μόνος του .
Ανάμεσα από τα αγριόχορτα που είχαν φτάσει τα 2 μέτρα ύψος, ξεχώριζες κάποια λουλούδια που κάποτε ένα ευγενικό χέρι θα τα είχε φυτέψει .
Μεγάλες σκάλες οδηγούσαν στον πρώτο όροφο και αφού περνούσες ένα μπαλκονάκι έβλεπες την υπέροχη εξώπορτα, ξύλινη και περίτεχνη, τουλάχιστον 3 μέτρα ψηλή,κοντή για αυτό το σπίτι με τα ψηλά νταβάνια και τον θεόρατο φοίνικα που χαιδεύονταν συνέχεια στον αέρα .
Πλησίασα και άλλο, έπιασα τα κάγκελα και τα χάιδεψα, προχώρησα προς την εξωτερική μανταλωμένη πόρτα, την ταρακούνησα μα ήταν καλά σφαλισμένη..ήθελα να κόψω ένα μικρό ροζ τριαντάφυλλο, μπουμπούκι ακόμα, μα το σπίτι δεν ήθελε να μου το δώσει...
Και τότε το είδα, εκείνο το φυτό που οι ρίζες του ήταν ακριβώς ανάμεσα στα δυό φύλλα της εξωτερικής πόρτας και ο κορμός του είχε ανέβει ψηλά, είχε περάσει την πόρτα και μάλλον κάποιο λουλούδι θα έβγαζε την Άνοιξη να ομορφύνει λίγο αυτό το έρημο σπίτι..
Και έτσι όπως έπεσαν οι αχτίνες του ήλιου πάνω στον ξερό κορμό του φυτού,είδα μια λάμψη περίεργη στο ύψος των ματιών μου .......
Έβαλα το χέρι μου και την έπιασα, ήταν μια ασημένια αλυσίδα, μια γυναικεία παλιά ασημένια αλυσίδα . Από κάποια ιδιοτροπία της φύσης ( έτσι όπως μου είπε αργότερα το σπίτι ) η κυρά του σπιτιού την είχε χάσει ακριβώς την ημέρα που περνούσε για τελευταία φορά την εξωτερική πόρτα τους σπιτιού για να πάει με το πλοίο στην Αμερική .
Της είχε πέσει εκεί ακριβώς ανάμεσα στα δύο φύλλα της εξώπορτας, την ώρα που πήγε να την κλειδώσει για τελευταία φορά .
Και ο σπόρος από εκείνο το αναρριχώμενο λουλούδι την βρήκε και την ανέβασε...και όσο ανέβαινε ο κορμός, τόσο ανέβαινε και η αλυσίδα ...και την έκανε ένα με τον κορμό του, έτσι που μόνο η μιά της άκρη πλέον μόνο φαινόταν.....
Την τράβηξα, μα ο κορμός δεν ήθελε να μου την δώσει.. τον έσπασα λοιπόν σ'αυτό το σημείο της αλυσίδας και την πήρα , δεν θα την άφηνα άλλο μόνη, αυτή η αλυσίδα ήταν ο θησαυρός μου, έπρεπε να έχεις αγαπήσει πολύ αυτό το σπίτι για να την πάρεις, και εγώ το είχα κάνει .
Τώρα την φοράω πάνω μου και καμαρώνω, την γυάλισα και την έκανα σαν καινούργια...καμιά φορά νοιώθω ένα θρόισμα στα μαλλιά μου και μια μυρωδιά παλιάς κολώνιας με βάση το λεμόνι, κολώνιας από αυτές που φόραγαν παλιά οι αρχόντισες....

Μπα, μάλλον η ιδέα μου θάναι..........


Φωτεινή Μπόχτη