Κυριακή 16 Ιουνίου 2019

Παραδοσιακή κουρά προβάτων, η «κουρά», «άϋλη» ή/& πραγματική … ΑΞΙΑ

Στα τέλη Μαΐου ή αρχές Ιουνίου οι κτηνοτρόφοι κουρεύουν τα πρόβατα και τα γίδια και αυτό είναι μια διαδικασία πολύωρη και πολύ κουραστική.

Πρώτον ας κατανοήσουμε τι σημαίνει η λέξη κουρά και πόσο παλιά είναι η χρήση της. Η λέξη σημαίνει κούρεμα και ανήκει σε μια πολύ μεγάλη αρχαία οικογένεια λέξεων. Προέρχεται από το αρχαίο ρήμα "κείρω", που δεν σημαίνει μόνο "κουρεύω" αλλά γενικώς κόβω/αποκόβω, μιας και από το ίδιο ρήμα προέρχεται και η λέξη "κέρμα", δηλαδή το κομματάκι/τεμάχιο που χρησιμοποιείται με τη σημασία του μικρού νομίσματος.


Κουρά είναι το κούρεμα των προβάτων, όμως την ίδια λέξη χρησιμοποιούμε και στη χειροτονία των μοναχών στον ορθόδοξο μοναχισμό. Και η παροιμιακή και φρασεολογική χρήση της λέξης συνεχίζεται σήμερα, στις μέρες μας, με το περίφημο και ποθούμενο "κούρεμα του ελληνικού χρέους".

Το τελετουργικό της κουράς είναι άρρηκτα δεμένο με τον τρόπο ζωής των κτηνοτρόφων. Οι κτηνοτρόφοι, συνήθως άνθρωποι που εργάζονται μοναχικά λόγω της ιδιαιτερότητας του επαγγέλματος τους, την ημέρα εκείνη γιορτάζουν. Ο καθένας προσκαλεί συγχωριανούς, φίλους, συγγενείς να τον βοηθήσουν στο κούρεμα των ζώων, προσφέρει κεράσματα και στο τέλος ακολουθεί φαγοπότι και γλέντι τρικούβερτο με χορούς και τραγούδια.


Προηγείται το κωλοκούρισμα (το κούρεμα στην ουρά, στα πίσω πόδια και στην κοιλιά) πριν το τέλος της άνοιξης που ζεσταίνει ο καιρός. Αυτό ανακουφίζει τα ζώα από τη ζέστη και βοηθάει να γίνει ευκολότερα το ζευγάρωμα. Επιβάλλεται επίσης για λόγους καθαριότητας και υγιεινής. Αυτή την εποχή τα πρόβατα «τσιλούνται», τα κόπρανά τους είναι υδαρή, επειδή τρώνε χλωρά χόρτα. Σκοπός είναι να μη λερώνονται τα μαλλιά των προβάτων από τα κόπρανά τους και δημιουργείται έτσι εστία μικροβίων.


Το κυρίως κούρεμα, η ολική κουρά, σε πρόβατα και γίδια γίνεται τον Ιούνιο ή στις αρχές Ιουλίου και παίρνει πάντα πανηγυρικό χαρακτήρα. Τα ζώα τότε "ξαλαφρώνουν" από το βάρος του μαλλιού ,αναπνέει το σώμα τους και άνετα ξακαλοκαιριάζουν. Προλαβαίνουν ωστόσο να ξαναβγάλουν μαλλί για το χειμώνα.


Στα χωριά οι κτηνοτρόφοι κανόνιζαν τις ημέρες που θα κούρευε ο καθένας. Σήμερα όλοι στο Γιάννη, αύριο στο Γιώργο, μεθαύριο στον Κώστα και πάει λέγοντας. Συνεργατική διαδικασία, "δανεικαριές" ακόμα και σήμερα. Ράντιζαν τα ψαλίδια με αγιασμό, γύριζαν προς την ανατολή, έκαναν την προσευχή τους και επί το έργον. Παράλληλα η νοικοκυρά έκαιγε λιβάνι, ώστε να απομακρύνονται τα κακά πνεύματα, το κακό μάτι, η γλωσσοφαγιά.


Η νοικοκυρά του σπιτιού κανόνιζε να υπάρχουν πλούσια εδέσματα, ανάλογα την περιοχή, όπως σπιτικές πίτες, πιλάφι με μοσχομυριστό βούτυρο, μπουκιές/ντόντιλες/τζόλιες (χειροποίητα χοντρά μακαρόνια ) ζεματισμένα με ελαιόλαδο, συκωτάκια, αρνιά ψητά στα κάρβουνα, γίδες, προβατίνες, σπιτική γιαούρτη, τυρί και φυσικά ζεστό και καλοζυμωμένο ψωμί. Το κρασί, η ρακή, η τσικουδιά έρρεαν άφθονα.


Στην εποχή μας οι ηλεκτρικές κουρευτικές μηχανές εκτόπισαν τα πατροπαράδοτα "προβατοψάλιδα" και ο καθένας κουρεύει μόνος του ή από συνεργεία κατόπιν ραντεβού, αλλά έτσι αποστερείται της χαράς να προσφέρει και να του προσφέρουν και των αδιαμφισβήτητων αξιών της αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας. Κανείς δεν έμενε παραπονεμένος, γιατί συγκεντρώνοντας πολλά "ποκάρια" (δηλαδή το μαλλί ενός προβάτου) από τις πολλές κουρές που συμμετείχε εξασφάλιζε το μαλλί για την κατασκευή διαφόρων ενδυμάτων και υφαντών.


Σήμερα η κουρά γίνεται με τον ίδιο τρόπο όπως στο παρελθόν, με τη μόνη διαφορά ότι τα μαλλιά δε φέρνουν κέρδος και οι κτηνοτρόφοι τα πετάνε. Και μπορεί η κουρά των προβάτων να μην προσφέρει εμπορικό κέρδος στους κτηνοτρόφους, όμως τουλάχιστον συμβάλλει στη φιλία μεταξύ των κατοίκων των χωριών και στη διατήρηση της παράδοσης και της τοπικής φυσιογνωμίας.


Για την καταγραφή, Δημήτρης Μιχαηλίδης -- 3 Ιουνίου 2017