Την προηγούμενη φορά που πέρασε κάτω από το σπίτι μου αυτός
ο μαυρούλης με το αγροτικό τίγκα στα καρπούζια, μα το Θεό ταξίδεψα ..
Κι εκεί που ήμουν αραχτή στην πολυθρόνα μου στο μπαλκόνι
πίνοντας μια Πίνα Κολάντα, κι είχα βάλει -θυμάμαι- και άκουγα τον Μάνο
Χατζιδάκη με τον Κεμάλ του, να ,πως πήγα
πίσω στον χρόνο και βρέθηκα πάνω στο χωριό ούτε που το κατάλαβα.....
Και με είδα να τρέχω πάλι με εκείνα τα πλαστικά παπούτσια
στις καυτές πέτρες και στα ξερά φύλλα από πουρνάρια . Μύρισα το χώμα που είχε
ξεραθεί από την ζέστη και είδα τις ράθυμες χελώνες να τραβούν αργά-αργά για τις
φωλιές τους . Τα μεσημέρια στο χωριό ήταν βαριά και κυλούσαν σαν αργή λάβα πάνω
στις άσπρες πέτρες . Τα τζιτζίκια κάναν πάρτυ και όσο περισσότερο έκαιγε ο
ήλιος, τόσο εκείνα ξελαρυγγιάζονταν ...
Καμιά φορά ακουγόταν από μακριά κανένα ετοιμόροπο αργοτικό
να καταφτάνει μέσα στην ζέστη, και το χωριό ξυπνούσε . Τα καρπούζια χτυπούσαν
μαλακά πάνω στην καρότσα και το μεγάφωνο ούρλιαζε κανένα λαικό του Αγγελόπουλου
και ξαφνικά τόκοβε ο οδηγός και ακούγονταν η φωνή του να προμοτάρει τα γλυκά
σαν μέλι καρπούζια του, που έκαναν 5 δραχμές το κιλό...'ελάτε και μην
πάρετε'.....