Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2018

«Το χέρι, η γλώσσα, ιδού η ανθρωπότητα» (Β΄ μέρος)


Παναγιώτης Γ. Αλεκάκης, Φιλόλογος – Ιστορικός, Δρ Ιστορικού - Αρχαιολογικού Τμήματος Α.Π.Θ.«Το χέρι, η γλώσσα, ιδού η ανθρωπότητα», Vendryes (Γάλλος γλωσσολόγος).


Η κοινή γλώσσα και όχι το κοινό πολίτευμα ή ο κοινός τρόπος ζωής συνέδεε τους αρχαίους Μακεδόνες με το νοτιότερο ελληνισμό και τους έκανε να αισθάνονται τον εαυτό τους ως φυσικό πρόμαχο των άλλων Ελλήνων απέναντι στους αλλόγλωσσους. Η ομογλωσσία με τους άλλους Έλληνες οδήγησε τους βασιλείς της Μακεδονίας να κηρύξουν επίσημη γλώσσα του κράτους τους την αττική διάλεκτο, να αναλάβουν έπειτα την πολιτική ηγεσία των ελληνικών πόλεων και να οδηγήσουν τους Έλληνες, έστω και πλην Λακεδαιμονίων, στην πανελλήνια εκστρατεία εναντίον των Περσών.

Και έτσι δημιουργήθηκε ο ελληνικός καινούριος κόσμος μέγας, ο οποίος κάποτε διαλύθηκε και αυτό οφείλεται στο ότι οι Έλληνες, ενώ μετέδωσαν στους βάρβαρους υπηκόους τους την ελληνική σκέψη και τον ελληνικό τρόπο ζωής, δεν μετέδωσαν την ελληνική ως μητρική γλώσσα. Και αν ο ελληνισμός μετά τη ρωμαϊκή εποχή κατόρθωσε να χτίσει τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και να μεγαλουργήσει επί άλλα χίλια χρόνια, αυτό οφείλεται στο ότι παρέμειναν οι περιοχές της ελληνόφωνες. Η σπουδαιότητα της γλώσσας ως του βασικότερου συνεκτικού εθνικού δεσμού ήταν και στην αρχαιότητα και στο μεσαίωνα μεγάλη. Και στα νεότερα χρόνια η ομογλωσσία γίνεται πιο ισχυρή κεντρομόλος δύναμη, που γύρω της συσσωματώνονται ομάδες. Τι άλλο ένωσε τα κομματιασμένα κρατίδια της μεσαιωνικής Ιταλίας, Γαλλίας, Γερμανίας, παρά η κοινή γλώσσα; Έτσι δημιουργήθηκε η δυαδική θρησκευτικά, ήτοι ορθόδοξη και καθολική, αλλά ομόγλωσση Γιουγκοσλαβία. Γι’ αυτό ο Βίσμαρκ συνιστά στους Γερμανούς να μην ξεχνούν ότι η Αγγλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής μιλούν την ίδια γλώσσα και ενώνονται τις ώρες του μεγάλου κινδύνου.

Η κοινή γλώσσα στήριξε και στηρίζει μεγάλα ιστορικά ρεύματα, όπως ο πανσλαβισμός, που επιχείρησε να σφαγιάσει τον ελληνισμό προς όφελος των σλαβοφώνων της Βαλκανικής. Η σημερινή Ελλάδα υπάρχει ως έθνος και ως κράτος χάρη στο γεγονός ότι ο λαός της μιλά ελληνικά. Αν η ελληνική γλώσσα είχε χαθεί, όπως χάθηκε στη Β. Βαλκανική όπου εκτεινόταν παλιότερα, είναι αυτονόητο ότι εμείς σήμερα θα ήμαστε πολίτες ενός κράτους νοτιοσλαβικού ή αλβανικού. Η κοινή γλώσσα συντήρησε τη συνοχή προς την Ελλάδα και την παντοτινή ελπίδα της ένωσης μαζί της τμημάτων του ελληνισμού που βρέθηκαν ή βρίσκονται έξω από τα σύνορά της. Η Κύπρος π.χ. δεν θα είχε μείνει προσηλωμένη στα ελληνικά πεπρωμένα, αν είχε συμβεί να γίνει γλωσσικά ξένη προς τον άλλον ελληνισμό.

Η γλώσσα είναι εκείνη που προσδιορίζει αποφασιστικά το μέλλον του έθνους μας στην άκρη της Βαλκανικής Χερσονήσου. Καμιά φαντασία δεν θα μπορούσε να συλλάβει σήμερα το μέγεθος και την αγριότητα της χιλιόχρονης, αόρατης, σιωπηλής και απεγνωσμένης πάλης που πάλεψε το ελληνικό γλωσσικό στοιχείο, αφότου πέρασαν το Δούναβη και μας πλησίασαν οι Σλάβοι, λαός σε μεγάλο βαθμό διεισδυτικός και αφομοιωτικός. Είναι παράξενο ότι η περίοδος της πάλης αυτών των δυο γλωσσικών κόσμων δεν είναι όταν οι Σλάβοι ενεργούν ληστρικές επιδρομές στο ευρωπαϊκό τμήμα του βυζαντινού κράτους. Η θανάσιμη πάλη διεξάγεται στη μακρά περίοδο της ειρηνικής συμβίωσης, όταν οι Σλάβοι της Β. Βαλκανικής είναι υποτελείς στους βυζαντινούς αυτοκράτορες. Τότε ούτε Βυζαντινοί στρατηγοί, ούτε απόρθητα τείχη μπορούσαν να εμποδίσουν την ειρηνική διείσδυση των ξένων. Και στην περίπτωση αυτή δεν υπήρχε καν η θρησκευτική διαφορά και αντίθεση προς τον ξένο λαό. Ο ξένος λαός ήταν ομόθρησκος και ομόδοξος και η γλωσσική αφομοίωση δεν ισοδυναμούσε με αλλαξοπιστία. Το σλαβικό στοιχείο διαπότιζε και έλιωνε τον ελληνισμό της βαλκανικής υπαίθρου, όπως το νερό τη ζάχαρη. Και το αποτέλεσμα ήταν η ελληνική γλώσσα να συμμαζευτεί και να κατασταλάξει στα όρια του παλαιού μητροπολιτικού ελληνισμού, αντί για την απέραντη περιφέρεια όπου την είχαν απλώσει οι Μακεδόνες βασιλείς και οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες ακτινοβολώντας τον ελληνικό πολιτισμό.

Η σημερινή γλωσσική ομοιογένεια του ελληνικού κράτους επικυρώνει με τον πιο εύγλωττο τρόπο την ιστορική ελληνικότητα των κατοίκων της. Κι έτσι η διατήρηση της ελληνικής γλώσσας σε όλη την Ελλάδα και ιδιαίτερα στη Βόρεια Ελλάδα, αποκτά τη βαρύτητα του πιο ακλόνητου τεκμηρίου για την ιστορική επιβίωση του ελληνισμού. Κανένα από τα κατάλοιπα του ιστορικού μας παρελθόντος, ακόμα και τα πιο έξοχα μνημεία της τέχνης, με τα οποία οι πρόγονοί μας στόλισαν την εθνική γη μας, δεν μπορεί να παραβληθεί από την άποψη αυτή με τη σημασία που έχουν τα ελληνικά γλωσσικά ιδιώματα που επιζούν στο στόμα του λαού μας. Τα απαράμιλλα μνημεία της ελληνικής τέχνης, που κοσμούν τα μουσεία όλης της γης, είναι κτήμα διεθνικό και δεν παρέχουν ιστορική απόδειξη της φυλετικής επιβίωσης του αρχαίου ελληνισμού, γιατί θα μπορούσαν κάλλιστα αυτά να καταυγάζουν τη σκέψη και τα μάτια της ανθρωπότητας.

Όταν ένα έθνος υποκύψει στον αγώνα της επιβίωσής του και η χώρα του γίνει πατρίδα αλλόγλωσσου λαού, τα μνημεία τέχνης του μένουν σαν μια μελαγχολική επιβεβαίωση του περάσματός του και της εξαφάνισής του. Όμως στη Βόρεια Ελλάδα η ελληνική γλώσσα επέζησε και μαζί της και χάρη σ’ αυτή επιζεί ιστορικά το ελληνικό έθνος. Ύστερα από αγώνα μακρόχρονο, αγώνα αδυσώπητο και αδιάκοπο, αφού δέχτηκε σαν βράχος τα κύματα των ξένων γλωσσών, έμεινε στη θέση της και σαν απόρθητο τείχος προφύλαξε την ελληνικότητα των νοτιότερων περιοχών. Ο Παλαμάς ονόμασε τη γλώσσα μας «νικήτρια του θανάτου». Η ελληνική γλώσσα ισοδυναμεί με την ιστορική επιβίωση της φυλής των Ελλήνων. Κάθε ξένη λέξη, αλλά γραμματικά αφομοιωμένη, σλαβική ή τούρκικη ή αρβανίτικη κλπ., που ακούγεται από το στόμα των νεότερων Ελλήνων, δεν είναι παρά μια ουλή τραύματος που άφησε το δόρυ των αλλόγλωσσων πάνω στο σώμα της γλώσσας μας, χωρίς όμως να μπορέσει να την καταβάλει. Κάθε τέτοια λέξη, εξεταζόμενη με βαθύ ιστορικό νόημα, είναι ένα τρόπαιο αμυντικής νίκης.

*Παναγιώτης Γ. Αλεκάκης, Φιλόλογος – Ιστορικός, Δρ Ιστορικού και Αρχαιολογικού Τμήματος Α.Π.Θ.